thiv56_0012.jpg

Αυτό που σήμερα εμείς οι Έλληνες ονομάζουμε Παλαιά Διαθήκη αποτελείται από 49 βιβλία, 39 πρωτοκανονικά και 10 δευτεροκανονικά, και αναφέρει κατ’ αρχάς τη δημιουργία του κόσμου και του άνθρώπου, την πτώση του, τις πρώτες γενεαλογίες, τα πρώτα γεγονότα του ανθρωπίνου γένους, (κατακλυσμός, πύργος της Βαβέλ, κ.α.), και κατόπιν περιγράφει διεξοδικά την Ιστορία του Ισραηλιτικού λαού δια μέσου των αιώνων μέχρι την έλευση του Χριστού, με όλες τις ηθικές και αλληγορικές αναφορές.
Δεν γράφτηκε μόνο σε μια Εποχή. Αρχίζει να γράφεται περίπου το 1500 π. Χ. με την Πεντάτευχο του Μωϋσή, και τελειώνει περίπου το 130 π.Χ. με τις νίκες των Μακκαβαίων. Τα πλείστα ήσαν γραμμένα στα Εβραϊκά, και κάποια τελευταία στα Ελληνικά, μετά τους αλεξανδρινούς χρόνους. Τα αρχαία Εβραϊκά ήσαν γραμμένα σε συμφωνική γραφή, και προφανώς λόγω της δυσκαμψίας τους (π.χ. το ΛΓΣ μπορούσε να σημαίνη ΛΟΓΟΣ, ΛΑΓΟΣ ή ΛΙΓΟΣ) ήσαν απρόσιτα, κατανοητά μόνο στο ιερατείο, στους γραμματείς ή στους ερμηνευτές.
Έργο θείας προνοίας ήταν να βρεθή ο Έλληνας βασιλιάς Πτολεμαίος ο Β’ ο Φιλάδελφος (285-246 π. Χ.), τρίτος ηγέτης της νεοπαγούς Αλεξανδρείας, άνθρωπος σοφός και συνετός, με πολλή φιλομάθεια, στον οποίο κατ’ εξοχήν εκπληρώθηκε το αίτημα του Σωκράτη και του Πλάτωνα στην «Πολιτεία», να γίνουν οι άρχοντες σοφοί και οι σοφοί άρχοντες.

Ο Πτολεμαίος απαιτούσε από τους φιλομαθείς ερευνητές και λογίους που συναθροίστηκαν στην αυλή του, να βρίσκουν παλαιά βιβλία θρησκευτικού, φιλοσοφικού, ιστορικού, ποιητικού ή επιστημονικού περιεχομένου, και να τα αντιγράφουν ή να τα μεταφράζουν στα Ελληνικά. Από τότε με κέντρο την Αλεξάνδρεια πολλά δυσπρόσιτα και άγνωστα κείμενα ήρθαν στο φως της ελληνικής παιδείας .
Τότε παρουσιάστηκε και η ανάγκη μεταφράσεως της Παλαιάς Διαθήκης, η γνωστή ως μετάφραση των Ο’ (των Εβδομήκοντα). Σύμφωνα λοιπόν με κάποια παράδοση, ο Πτολεμαίος ο Β’, κατά προτροπή του διευθυντού της Αλεξανδρινής Βιβλιοθήκης (πιθανώς του Δημητρίου του Φαληρέα) και του Ανδρέου του Αριστέα, έστειλε πρεσβεία με δώρα στον τότε Αρχιερέα των Ιεροσολύμων Ελεάζαρο, με σκοπό να στείλη αντίγραφο της εβραϊκής νομοθεσίας και άνδρες σοφούς, ικανούς να τη μεταφράσουν στα Ελληνικά. Πρόθυμα λοιπόν ο Ιουδαίος Αρχιερεύς έστειλε 72 σοφούς και ελληνομαθείς Εβραίους στην Αλεξάνδρεια, οι οποίοι μετέφρασαν στα Ελληνικά αρχικά την Πεντάτευχο με πολλή πιστότητα, ακρίβεια, σαφήνεια και ομοιογένεια, και κατόπιν και τα άλλα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, αντιγράφοντάς τα από το πρωτότυπο εβραϊκό άστικτο κείμενο στην τότε δημώδη Ελληνική, χωρίς βέβαια να λείπουν και κάποιες εβραϊκές λέξεις.

Τα μεταφρασμένα αυτά κείμενα έγιναν ευπρόσδεκτα από τους Ιουδαίους της Αλεξάνδρειας και χρησιμοποιήθηκαν στην κοινότητά τους και στη συναγωγή. Συγχρόνως τα ιερά αυτά βιβλία προκάλεσαν τον θαυμασμό του Πτολεμαίου. Το μεταφραστικό τούτο έργο συνεχίστηκε και αργότερα με τα υπόλοιπα κείμενα. Κάποιοι άλλοι ερευνητές θεωρούν ότι επί Πτολεμαίου του Β’ οι τότε ελληνιστές Ιουδαίοι της Αλεξάνδρειας επεδίωξαν τη μετάφραση στον Φάρο της Αλεξανδρείας, η οποία έγινε πλήρως αποδεκτή από τους Αλεξανδρινούς Ιουδαίους.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο τα απρόσιτα βιβλικά κείμενα έγιναν προσιτά σε όλο τον ελληνομαθή τότε κόσμο και έτσι επετεύχθη ο εξελληνισμός της μονοθεΐας. Εκαυχώντο οι Ιουδαίοι για τη Μετάφραση των Ο’, πολλοί εξ ειδωλολατρών προσέρχονταν στον Ιουδαϊσμό, και καθώς αναφέρει ο Φίλων, κάθε χρόνο οι Εβραίοι της Αλεξανδρείας εόρταζαν πανηγυρικά το γεγονός στη νήσο του Φάρου.
Έμελλε όμως να μισήσουν οι ίδιοι οι Εβραίοι την Μετάφραση των Ο’, να γίνη η εορτή αυτή αφορμή πένθους και νηστείας, και η εορτή να ονομαστή «αποφράς ημέρα». Γιατί; Διότι όταν τα ιερά αυτά κείμενα και οι προφητείες επαληθεύτηκαν στο πρόσωπο του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, και η Μετάφραση των Ο’ έγινε βίβλος των Χριστιανών, δια της οποίας μεταδόθηκε το Ευαγγέλιο του Χριστού στα πέρατα του κόσμου, οι Έλληνες, οι Ιουδαίοι και οι εξ Ελληνιστών Ιουδαίοι άρχισαν να βαπτίζωνται και να πιστεύουν στον Κύριό μας, και χάθηκε πλέον το κύρος και η αυθεντία των Εβραίων.
Από τον β’ πλέον αιώνα μ.Χ. άρχισαν οι δυσπιστίες των Εβραίων προς τους Ο’ και έγιναν προσπάθειες νέων ελληνικών μεταφράσεων, του Ακύλα, του Συμμάχου και του Θεοδοτίωνος. Και επειδή το εβραϊκό πρωτότυπο χάθηκε, από τον ζ’ ως τον ι’ μ.Χ. αιώνα δημιουργήθηκε το λεγόμενο μασοριτικό κείμενο από Ιουδαίους της Παλαιστίνης και της βαβυλωνιακής διασποράς, όπου μπήκαν φωνήεντα και συστηματοποιήθηκε η παραδεδομένη κριτική εργασία, η οποία ολοκληρώθηκε τον ιδ’ αιώνα.

Στην προσπάθεια αυτή αγνοήθηκε τελείως η Μετάφραση των Ο’, αλλοιώθηκαν κάποια Χριστολογικά χωρία και μέχρι σήμερα παρουσιάζονται πολλά και ανυπέρβλητα μεταφραστικά λάθη.
Όλα τα παραπάνω αναφέρθηκαν, για να γίνη αντιληπτό ότι μετά την Ανάσταση του Χριστού τα ίδια τα όπλα των Εβραίων εστράφησαν εναντίον τους. Έχασαν οι Εβραίοι τον πολύτιμο θησαυρό της Παλαιάς Διαθήκης και, όπως ο Σταυρός, έτσι και η Μετάφραση των Ο’ έγινε δώρο δικό μας, δώρο του Τριαδικού Θεού προς τους Έλληνες και προς όλους εν γένει τους χριστιανούς.
Ας αναφερθή ένα παράδειγμα, για να γίνη πιο αντιληπτό το ανωτέρω. Όταν ο Ευαγγελιστής Ματθαίος αναφέρη την Προφητεία του Ησαΐα: «Ιδού η Παρθένος εν γαστρί έξει, και τέξεται υιόν και καλέσουσι το όνομα αυτού Εμμανουήλ» (χωρίο που, καθώς λέγεται, αναγράφεται αυτούσιο και στα χειρόγραφα της Νεκράς Θαλάσσης), τη δανείζεται από τη Μετάφραση των Εβδομήκοντα, ενώ η Μασόρα λέγει «Ιδού η νεάνις».

Σήμερα, αν δεν υπήρχε η Ελληνική μετάφραση, θα μας κατηγορούσαν οι Εβραίοι ότι εμείς οι Έλληνες Χριστιανοί τροποποιούμε τις προφητείες κατά το δοκούν. Επειδή όμως υπάρχει η μετάφραση, γραμμένη από τους ίδιους 250 περίπου χρόνια προ Χριστού, αποστομώνονται. Να η αξία, η σαφήνεια και η ακρίβεια της ελληνικής γλώσσης. Συνεπώς η μετάφραση των Εβδομήκοντα, απορριπτέα από τους φανατικούς Εβραίους, έγινε καθαρά ελληνικό κείμενο.
Όσοι λοιπόν πολεμούν την Παλαιά Διαθήκη, δηλαδή την Μετάφραση των Ο’, ουσιαστικά πολεμούν τον ίδιο τον Χριστιανισμό στη ρίζα του, το ίδιο το Ευαγγέλιο, την Καινή Διαθήκη, και εξυπηρετούν τα συμφέροντα των Εβραίων, που από τίνος και εφεξής μίσησαν το εξελληνισμένο αυτό ιερό κείμενο. Συνεπώς και οι Ολυμπιστές, οι Δωδεκαθεϊστές και οι όμοιοι τους Νεοεποχίτες, πολεμώντας τόσο λυσσαλέα την Παλαιά Διαθήκη, πολεμούν την ίδια την Ορθοδοξία στη βάση της και προωθούν εκόντες-άκοντες τα σχέδια της Παγκοσμιοποίησης και του Διεθνούς Σιωνισμού, έστω κι αν εξωτερικά υποκρίνωνται ως αντισημίτες.
Πολλοί Εκκλησιαστικοί συγγραφείς και Πατέρες τίμησαν την εξελληνισμένη Παλαιά Διαθήκη, όπως ο Ωριγένης, ο Ευσέβιος Καισαρείας, ο Θεόδωρος Μοψουεστίας, ο άγιος Ειρηναίος, ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων, καθώς και ο άγιος Χρυσόστομος, ο οποίος τονίζει την αξιοπιστία της, ενώ θεωρεί τις μετά Χριστόν μεταφράσεις ύποπτες, στις οποίες οι Ιουδαίοι επίτηδες συσκιάζουν τις προφητείες.
Επίσης από την Ιστορία γνωρίζουμε ότι το κύρος και την αυθεντία της Παλαιάς Διαθήκης τα αμφισβήτησαν και οι Γνωστικοί, και οι Μανχαίοι, και οι Ναζιστές (οι λεγόμενοι Γερμανοί Χριστιανοί) και από όλους αυτούς οι νεοεποχίτες έχουν δανειστή πολλές δοξασίες. Άραγε είναι τυχαίο;
Εκ παραλλήλου, ο Έλληνας ήταν πάντοτε ανοιχτός και αφομοιωτικός σε κάθε τι καλό, εξ ου και ο θαυμασμός του Πτολεμαίου. Στο ίδιο κέντρο πολιτισμού, στην Αλεξάνδρεια, την ίδια εποχή περίπου με τη Μετάφραση των Ο’, από τον σοφό αιγύπτιο ιερέα Μανέθωνα μεταφράζονται από τα αιγυπτιακά Ιερογλυφικά στα Ελληνικά τα λεγόμενα Ερμητικά Κείμενα, κείμενα με μονοθεϊστικά στοιχεία (Ποιμάνδρης).

Γιατί αυτά τα κείμενα θεωρούνται από τους Ολυμπιστές δικό μας απόκτημα, καθαρά ελληνικό, ενώ παραθεωρούνται και υποτιμώνται τα βιβλικά κείμενα; Πάντοτε ο Έλληνας δεν αφομοίωνε τα καλά στοιχεία από οπουδήποτε;
Ας αναφερθή και εδώ μια βασική ιστορική μαρτυρία. Το θέμα της ιερογλυφικής γραφής ότι τάχα »διαβαζόταν», ήταν ένα παιχνίδι των Αιγυπτίων ιερέων της Ελληνιστικής Περιόδου με πολλή σοβαροφάνεια, για να υποτιμήσουν την ήδη υπάρχουσα βιβλική και αρχαιοελληνική γραμματεία. Στην ουσία τα κείμενά τους ήσαν αντιγραφές της Βίβλου και των Ελληνικών συγγραμμάτων με πολλή φαντασία.

Αυτό μας βεβαιώνουν και αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς, αυτό αποδεικνύει και η σύγχρονη έπιστήμη. Το να ανάγωνται λοιπόν τα Ερμητικά Κείμενα στα 9000 χρόνια π.Χ., όπως ισχυρίζονται πολλοί Ολυμπιστές, για να θεωρήσουν τον Mωϋσή αντιγραφέα των Ερμητικών Κειμένων, είναι προφανής απάτη και ανεπιστημονική πλάνη. Ας αναφερθή επίσης ότι τα Ερμητικά Κείμενα στη σημερινή τους μορφή ενάγονται τουλάχιστον στην αρχή του δευτέρου μ. Χ. αιώνα, δηλαδή μετά τη συγγραφή του Κατά Ιωάννην Ευαγγελίου.

Advertisements