25693_1142099411492_1797672678_292821_1413129_n.jpg
«Ιάσωνα πιστοί, και Σωσίπατρον ύμνοις ως μύστας ιερούς, της αγίας Τριάδος και κήρυκας της πίστεως επαξίως τιμήσωμεν».

 

Ο Ιάσωνας καταγόταν από την Ταρσό της Κιλικίας, απ’ οπού και ο Απόστολος των Εθνών Παύλος, έγινε μαθητής του και «της ιδίας πόλεως διδάσκαλος καθίσταται».

Ο Σωσίπατρος καταγόταν από την Αχαΐα. Επίστεψε στο κήρυγμα του Παύλου υστέρα από τον Ιάσωνα και «της Ικονιέων Εκκλησίας τους οίακας δέχεται». Έγινεν επίσκοπος στο Ικόνιο της Παμφυλίας της Μ. Ασίας.

Και τους δυο, πού από διάφορα μέρη καταγόταν, σε διαφορετικό χρόνο επίστεψαν και ξεχωριστές Εκκλησίες εποίμαναν, τους ένωσεν ο Αναστάς Κύριος σε μια θαυμάσια και καταπληκτική δραστηριότητα και ιεραποστολή.

Μαζί έφθασαν στην Κέρκυρα, έκτισαν ένα μεγαλόπρεπο Ναό στο όνομα του πρωτομάρτυρα και Αρχιδιακόνου Στεφάνου και τον κατέστησαν κέντρο πνευματικό και άμβωνα της Αναστάσεως του Κυρίου. «Πολλούς προς την εις Χριστόν επεσπάσαντο πίστιν»

Άλλα διεβλήθησαν στον Κερκυλλίνο, το βασιλέα. Πάραυτα ερρίχτηκαν στη φυλακή όπου επτά λήσταρχοι ήταν εγκάθειρκτοι.

Άλλα με την παρουσία και τη διδασκαλία των Αποστόλων από λύκοι έγιναν πρόβατα και σαν αρνιά του Χριστού εψήθηκαν μέσα σε καζάνια όπου εκόχλαζαν κερί πίσσα και θειάφη. Αξίζει προς τιμή τους να μνημονέψωμε τα ονόματα τους. Σατορνίνος, Ιακίσχολος, Φαυστιανός, Ιανουάριος, Μαρσάλης, Ευφράσιος και Μαμμίνος. Έκτος απ’ αυτούς πίστεψε και ο δεσμοφύλακας ο όποιος και εμαρτύρησε αφού του έκοψαν το αριστερό χέρι, τα δύο πόδια και τελευταία το κεφάλι.

Και λοιπόν έβγαλε από τη φυλακή ο Κερκυλλίνος τους αγίους Αποστόλους, τους παρέδωκε στον έπαρχο Καρπιανό για να τους βασανίση, αλλά πάλι στη φυλακή τους έρριξε αφού με τίποτα δεν κατόρθωσε να τους πτοήση.

Το θαυμαστό όμως είναι ότι γοητευμένη από το ήθος και τη σοφία των αποστόλων η κόρη του βασιληά, η Κέρκυρα, και κατασυγκινημένη από τα μαρτύρια και την καρτερία των δύο Αποστόλων «χριστιανήν εαυτήν ανηγόρευσε».

Ω των μεγαλείων της πίστεως, ώ του θριάμβου του Αναστάντος! Μεγάλο πλήγμα ήταν αυτό για το βασιλέα. Έγινε σαν δράκοντας αφρίζων: το μυαλό του εθόλωσε και τα πιο ανήκουστα ετόλμησε. Επρόσταξεν έναν αιθίοπα να την επισκεφθή στη φυλακή και να τη διαφθείρη. Ω της διαφθοράς και της πατρικής απονίας! Άλλα ο Αναστάς πάλιν ενίκησε. Μόλις ο αιθίοπας επλησίασε την πόρτα ένα θηρίο τον κατεσπάραξε, και η Κέρκυρα τον εθεράπευσε, και χριστιανό τον κατέστησε και με την προσφώνησι «μέγας των χριστιανών ο Θεός» στα μαρτύρια υπέκυψε.

Την Κέρκυρα τότε την έρριξαν επάνω σε μεγάλο καιόμενο σωρό ξύλων. Άλλα «άφλεκτος διαμείνασα, πολλούς προς την εις Χριστόν μετεκαλέσατο πίστιν» και τέλος την εκρέμασαν, με πνιγηρό καπνό την επότισαν και έτσι «το πνεύμα αυτής τω Θεώ παρέθετο».

Τους αποστόλους όμως του Χριστού άλλη δόξα και θρίαμβος τους ανέμενε. Μέσα στην δίνη ενός διωγμού πού ο βασιληάς ξεσήκωσε κατώρθωσαν να ξεφύγουν σε ένα νησίδιο κοντά στην Κέρκυρα.

Ο βασιληάς βέβαια και εκεί τους κατεδίωξε. Άλλα ενώ προς το νησί εταξίδευε «και δη μέσον του πελάγους γενόμενος, ως ο πάλαι Φαραώ, τη θαλασσή κατεποντίσθη». Και έτσι οι Απόστολοι υστέρα από τον ενδικώτατο θάνατο του σκληρού βασιληά «εκήρυττον ακωλύτως τον λόγον του Θεού».

Ο νέος βασιληάς διέταξε και τους έρριξαν σε καζάνι πού μέσα του εκόχλαζε το κερί, η ρυτίνη και η πίσσα. Πολλοί πού βρισκόταν γύρω, όπως άλλοτε στο καμίνι των τριών παιδιών, κατεκάησαν. Άλλα οι απόστολοι του Αναστάνος ακέραιοι διεφυλάχθησαν. Πλήθος δε κόσμου επίστεοσαν. «Ο δε βασιλεύς λίθον εξαρτήσας τω ιδίω τραχήλω εθρήνει» λέγων «ο Θεός Ιάσωνος και Σωσιπάτρου, ελέησόν με». Ω των θαυμάσιων σου Χριστέ! «Εξ αγνωσίας εις πίστιν» τα πλήθη δια των Αποστόλων ωδηγήθησαν.

Ο βασιληάς βαπτίστηκε και Σεβαστιανός ονομάστηκε, παρουσία δε αυτού του ίδιου όλος ο λαός της Κέρκυρας κατηχήθηκαν και εβαπτίστηκαν στο όνομα της αγίας Τριάδος.

Άλλα γι’ αύτη του την ηρωϊκή απάρνησι των ειδώλων και προσχώρησι προς την αλήθεια της Αναστάσεως του Κυρίου, ο Θεός τον αντάμειψε. Ο γυιός του συνέβη να αρρωστήση και απέθανε. Και ο άγιος απόστολος Ιάσωνας «αυτόν ήγειρε». Με τη δύναμη του αναστάντος και άλλην ανάστασιν ενήργησε.

Ω αδελφοί μου, με το κήρυγμα της αναστάσεως, με τη δύναμη της πίστεως, με την ανοικοδόμησι Ιερών Ναών και με την κατήχησι των λαών, καρποφόρα και ειρηνικά ετελείωσαν τον προορισμό τους οι Απόστολοι στον κόσμο. Δεν τους αξίζει λοιπόν κάθε τιμή και έπαινος από την αγία μας Εκκλησία; «Ως ωραίοι οι πόδες των ευαγγελιζομένων ειρήνην, των ευαγγελιζομένων τα αγαθά». Γι’ αυτό κι εμείς έχομε χρέος να διατρανώνωμε την πίστι μας στην Ανάστασι.

Είθε όλοι μας να αντλούμε δύναμι από τον κενό του Αναστάντος Τάφο και να καταυγαζώμαστε από το φως της Αναστάσεως για να θριαμβεύσωμε στη ζωή μας και νικητές να εισέλθωμε στην άφθαρτη Βασιλεία 

Advertisements