Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘οικογενειακή ζωή’

Πολλοί θέλουν η γυναίκα τους να είναι όμορφη. Είναι όμως αυτό αρκετό για να επιτύχει ένας γάμος;

Τονίζει ο άγιος: «Η ομορφιά του σώματος, όταν δεν συνοδεύεται από την αρετή της ψυχής, θα μπορέσει να σκλαβώσει τον άνδρα για είκοσι και τριάντα μέρες, δεν θα διαρκέσει όμως περισσότερο, αλλά αφού δείξει την κακία της, θα διαλύσει την αγάπη.

Οι γυναίκες όμως που λάμπουν εξ αιτίας της ομορφιάς της ψυχής, όσο προχωρεί ο καιρός και φανερώνουν την ευγένεια της ψυχής τους, τόσο περισσότερο ελκύουν τους άνδρες τους».

Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Read Full Post »

 

AgioiEustathiosTheopistiTheopistosAgapios01.jpg

 

 

Λόγια αγάπης να της λες. Εγώ απ’ όλα, τη δική σου αγάπη προτιμώ και τίποτε δεν μου είναι τόσο βασανιστικό ή δυσάρεστο, όσο το να βρεθώ κάποτε σε διάσταση μαζί σου.

Και αν όλα χρειασθεί να τα χάσω κι αν στους έσχατους βρεθώ κινδύνους, οτιδήποτε κι αν πάθω, όλα μου είναι ανεκτά κι υποφερτά, όσο εσύ μου είσαι καλά. Και τα παιδιά, τότε μου είναι περιπόθητα, εφ’ όσον εσύ μας συμπαθείς. Ίσως κάποτε σου πει:

-Ποτέ ως τώρα δεν ξόδεψα από τα δικά σου, έχω ακόμη τα δικά μου,  που μου έδωσαν οι γονείς μου. Τότε πες της:

-Tι λες καλή μου; Έχεις ακόμη τα δικά σου; Ποιά λέξη μπορεί να είναι χειρότερη απ’ αυτή; Σώμα δεν έχεις πια δικό σου κι έχεις χρήματα; Δεν ήμαστε δυο σώματα μετά τον γάμο, αλλά γίναμε ένα. Δεν έχουμε δυο περιουσίες αλλά μία. Όλα δικά σου είναι, κι εγώ δικός σου είμαι κορίτσι μου. Αυτό με συμβουλεύει ο Παύλος λέγοντας ότι ο άνδρας δεν εξουσιάζει το σώμα του, αλλά εσύ, πόσο μάλλον δικά σου είναι τα χρήματα…

Ποτέ να μην της μιλάς με πεζό τρόπο, αλλά με φιλοφροσύνη, με τιμή, με αγάπη πολλή. Να την τιμάς και δεν θα βρεθεί στην ανάγκη να ζητήσει την τιμή από τους άλλους…

Να την προτιμάς από όλους για όλα, για την ομορφιά,για τη σωφροσύνη της, και να την εγκωμιάζεις. Να κάνεις φανερό ότι σ’ αρέσει η συντροφιά της και ότι προτιμάς να μένεις στο σπίτι για να’ σαι μαζί της απο το να βγαίνεις στην αγορά.

Από όλους τους φίλους να την προτιμάς,και από τα παιδιά που σου χάρισε,κι αυτά εξαιτίας της να τα αγαπάς.

 

Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Read Full Post »


 .
  _.jpgΜια πολύ γλυκιά κυρία, μου διηγήθηκε τα παρακάτω:
-Τον άνδρα μου τον παντρεύτηκα με προξενιό. Όμως χωρίς να το ξέρω, εκείνος αγαπούσε και είχε χρόνια δεσμό με μια κοπέλα, που οι δικοί του δεν την ήθελαν, αλλά αυτός δεν έπαψε ποτέ να την αγαπά.
Παντρευτήκαμε. Η μέρα του γάμου ήταν πολύ όμορφη.
Όμως οι όμορφες μέρες ήταν μόνο τρεις. Από την τέταρτη μέρα και επί δέκα επτά χρόνια η ζωή μου δίπλα του ήταν μια κόλαση. Όταν τον ρώτησα γιατί μου φερόταν τόσο άσχημα, μου αποκάλυψε πως αγαπούσε άλλη γυναίκα κι όχι εμένα. Έπεσα από τα σύννεφα!
-Τότε γιατί με παντρεύτηκες;
-Γιατί με πίεσαν οι γονείς μου. Εκείνη, βλέπεις, δεν την ήθελαν.
-Και εγώ τι φταίω να μου φέρεσαι έτσι;
-Σήκω και φύγε, άμα δεν σου αρέσει.
-Που να πάω; Ντρέπομαι τα αδέλφια μου και τον κόσμο.
-Ε! Τότε κάτσε εδώ και βούλωστο.
Αυτή ήταν η απάντησή του. Μαζί κοιμόμασταν, όταν τσακωνόταν με την άλλη. Ωστόσο έμεινα έγκυος!
Μόλις του το είπα, έγινε θηρίο έτοιμο να με κατασπαράξει! Μου ζήτησε να το ρίξω. Εγώ όμως, δεν το κάνα. Για κανέναν και για τίποτε δεν θα σκότωνα το παιδί μου. Μ’ αυτόν τον τρόπο γέννησα τρία κορίτσια.
-Εργάζεστε;
-Ναι! Έχω δικό μου κομμωτήριο. Ποτέ όμως οι πελάτισσές μου δεν με είδαν κλαμένη ή πικραμένη. Ούτε και τα παιδιά μου. Την πίκρα μου την έκρυβα βαθιά μες’ στην ψυχή μου, τη μοιραζόμουν μόνο με τον Θεό. Ξέρεις τι σημαίνει να κοιμάσαι με τον άνδρα σου, όποτε τσακώνεται με τη φιλενάδα του;
-Δεν το έχω ζήσει, όμως μπορώ να σε καταλάβω. Καλά, αυτή δεν βρήκε κάποιον να παντρευτεί, να κάνει οικογένεια;
-Παντρεύτηκε, έχει και δύο παιδιά. Αλλά με τον άνδρα μου δεν χώρισαν ποτέ.
-Ο άνδρας της δεν το έχει καταλάβει;
-Δεν ξέρω.
-Τα παιδιά σας δεν έχουν καταλάβει τίποτε;
-Όχι! Πάντα τον δικαιολογούσα, τον κάλυπτα. Αλλά και ποτέ δεν μαλώσαμε. Γιατί ποτέ δεν τον ρώτησα ούτε πού ήταν ούτε γιατί άργησε ούτε αν ήταν με αυτήν. Τίποτα! Όποια ώρα κι αν ερχόταν, αν ήταν μπροστά τα παιδιά, του έλεγα: Καλώς τον Δημητράκη Και ετοίμαζα το τραπέζι για να φάει.
-Πώς το άντεχες αυτό;
-Δεν μπορούσα να κάνω κι αλλιώς. Έπρεπε να δώσω το καλό παράδειγμα στα παιδιά μου. Ήθελα να μάθουν την αξία του σεβασμού, την αξία της αγάπης, την αξία της υπομονής.
-Και, δόξα τω Θεώ, εσύ διαθέτεις πολλή υπομονή.
Εδώ χαμογέλασε. Συνέχισα:
-Τα παιδιά σου, ποιος σου τα κρατούσε, τις ώρες που εσύ εργαζόσουν;
-Η μητέρα μου. Και ξέρεις πώς τους περνούσα τα μηνύματα για οτιδήποτε ήθελα να αποφύγουν;
-Πώς;
-Τους τα έγραφα σε κασέτα. Από τον καιρό που ήταν μωρά, έγραφα κάθε μέρα κάτι στην κασέτα, την έδινα στη μητέρα μου και της έλεγα να τους βάζει να την ακούνε. Έτσι δεν ένιωθαν πολύ την απουσία μου.
Αυτό γινόταν επί δεκαεπτά χρόνια. Ότι μήνυμα ήθελα να τους περάσω, το παρουσίαζα πως το είχα ακούσει στο κομμωτήριο. Για τα ναρκωτικά, ας πούμε, τους έλεγα πως είχε έρθει μία πελάτισσα στο μαγαζί, που ήταν πολύ πικραμένη, γιατί το παιδί της είχε μπλέξει με κάποιους φίλους, που τον παρέσυραν στα ναρκωτικά» ή άλλοτε πως γνώρισα κάποιο κορίτσι, που έμπλεξε με κάποιο αγόρι και έμεινε έγκυος και από την ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη τής προέκυψαν πολλά δυσεπίλυτα προβλήματα.
Όταν μεγάλωσαν, δεν πήγαιναν στη γιαγιά τους, αλλά προτιμούσαν να καθίσουν σπίτι να διαβάσουν. Τους έλεγα πως, όταν έρθει ο πατερούλης, έπρεπε να του σερβίρουν το φαγητό, να τον περιποιούνται, αφού εκείνος αγωνίζεται για μας, γιατί μας αγαπάει πολύ. Έτσι, κάθε μέρα γυρίζοντας από το σχολείο, θα έβαζαν πρώτα να ακούσουν το μήνυμα της μαμάς.
-Συγγνώμη. Όλα αυτά πώς τα άντεχες;
-Σου είπα: Την πίκρα μου τη μοιραζόμουν με το Θεό, γι’ αυτό και άντεχα. Αν συζητούσα με κάποια φίλη τα προβλήματά μου, σίγουρα θα είχα χωρίσει. Άκου τη συνέχεια, για να δεις την κατάληξη.
-Είμαι όλη αφτιά! Ακούω.
-Λοιπόν! Επί δεκαεπτά χρόνια, διακοπές πήγαινα μόνη με τα παιδιά μου. Εκείνος δεν ήρθε ποτέ, με όσα παρακάλια κι αν του έκαναν τα παιδιά. Μια χρονιά, γυρνώντας από τις διακοπές μας, βρήκα μια κασέτα στο κομοδίνο μου, που έγραφε πάνω «Σ’ αγαπώ». Παραξενεύτηκα! Τι κασέτα ήταν αυτή; Σκέφθηκα πως θα ήταν για τη φιλενάδα του. Όταν το βράδυ κοιμήθηκαν τα παιδιά, έβαλα να την ακούσω. Εδώ γέλασε.
-Γιατί γελάτε; τη ρώτησα περίεργα.
-Γιατί η κασέτα ήταν γραμμένη από τον άνδρα μου για μένα!
-Τι έλεγε η κασέτα;
-Πριν σου πω τι έλεγε η κασέτα, θα σου πω τι έκανε πριν.
-Τι έκανε;
-Είχε μαλώσει άσχημα με τη φιλενάδα του και χώρισαν. Πήγε σπίτι και κατευθύνθηκε προς το δωμάτιο των παιδιών. Γνώριζε πως τους γράφω κασέτες, πήρε μια στην τύχη και την άκουσε. Κι ύστερα κι άλλες… Έτσι άκουσε τι έλεγα στα παιδιά και συγκινήθηκε. Πήρε λοιπόν και αυτός μια κασέτα και μου έγραψε:
«Συγχώρεσε με για ότι σου έχω κάνει. Τώρα καταλαβαίνω πόσο πολύ σ’ έχω πληγώσει, πόσο πολύ σ’ έχω ταπεινώσει. Και εσύ ούτε μία άσχημη κουβέντα δεν είπες ποτέ, πάντα τρυφερή και γλυκιά μαζί μου. Άκουσα μερικές κασέτες σου, που μιλάς στα παιδιά μας. Δεν με κατηγόρησες ποτέ. Μόνο καλά λόγια έβγαιναν από τα χείλη σου. Τώρα κατάλαβα γιατί μ’ αγαπούν τόσο πολύ τα παιδιά μας. Σε παρακαλώ, συγχώρεσε με, και σου υπόσχομαι, ότι σου στέρησα όλα αυτά τα χρόνια, να σου τα δώσω απλόχερα από εδώ και πέρα. Θα είσαι η βασίλισσα της καρδιάς μου. Σε παρακαλώ, συγχώρεσε με. Αυτή την ώρα που σου μιλάω, πίστεψέ με πως αισθάνομαι πολλή αγάπη για σένα, μου λείπεις. Σ’ αγαπώ».
Ακούγοντάς τα όλα αυτά, ένιωσα όμορφα, δυσκολευόμουν όμως να τα πιστέψω. Στη σκέψη μου ήρθαν, σαν κινηματογραφική ταινία, όσα μου έκανε και όσα μου έλεγε. Έτσι με πήρε ο ύπνος.
Όταν γύρισε το βράδυ, τον άκουσα, μα δεν σηκώθηκα, όπως έκανα πάντα, για να του βάλω φαγητό. Έκανα πως κοιμόμουν. Εκείνος ήρθε και ξάπλωσε δίπλα μου, σιγά-σιγά, για να μη με ξυπνήσει και με πήρε αγκαλιά, για πρώτη φορά στα δεκαεπτά μας χρόνια. Και όχι μια απλή αγκαλιά, αλλά πολύ τρυφερή… Με φίλησε απαλά στην πλάτη και ψιθύρισε: «Συγχώρεσε με, σ’ αγαπώ!»
Από εκείνη την βραδιά η ζωή μου άλλαξε τελείως. Ο Δημήτρης έγινε άλλος άνθρωπος… Τρυφερός, στοργικός, δεν μου χάλασε ποτέ χατίρι. Με λίγα λόγια γίναμε οικογένεια.
Να ξέρεις πως στη ζωή, όταν αγωνίζεσαι, θα χάνεις μάχες, μα στο τέλος τον πόλεμο εσύ θα τον κερδίσεις.
Και κάτι άλλο: Χωρίς πίστη στον Θεό, δεν έχεις όπλα να παλέψεις!

Read Full Post »

 

_.jpg

 

 

 

– Γέροντα, οι γονείς μου όλο γκρινιάζουν και πλέον δεν τους υποφέρω μέσα στο σπίτι τι να κάνω ;

– Βρε ευλογημένε , εσύ όταν ήσουν στην κούνια, μέρα νύχτα γκρίνιαζες .

Εκείνοι,τότε , σ΄επαιρναν στην αγκαλιά τους και σ΄έσφιγγαν γεμάτοι στοργή και αγάπη.

Θα σου άρεσε τότε εσένα να προβληματιζόντουσαν κι εκείνοι -όπως εσύ τώρα – και να σκεφτόντουσαν μήπως θα έπρεπε να σε στείλουν σε κανένα ίδρυμα για να ησυχάσουν ;

Η δικαιοσύνη του Θεού σου δίνει τώρα την δυνατότητα να ξεχρεώσεις λίγο από το χρέος προς τους γονείς σου με την ανάλογη εκ μέρους σου συμπεριφορά , που είχαν παλαότερα κι εκείνοι για σένα .

{Από το βιβλίο ΣΚΕΥΟΣ ΕΚΛΟΓΗΣ } .-

Read Full Post »

Δεν υπάρχει πλάσμα τραγικότερο από το ακυβέρνητο παιδί – ένα παιδί απαίδευτο, απροσανατόλιστο, απροστάτευτο, ακαθοδήγητο, έρμαιο των παθών και της ακρισίας της παιδικότητας, και ταυτόχρονα πάντα εύκολο κορόιδο στα παιχνίδια των μεγαλύτερων παιδιών και των μεγάλων.

Σίγουρα, οι εμβληματικές μορφές του ορφανού παιδιού και των παιδιών του δρόμου (τα «χαμίνια» στις λογοτεχνίες τύπου Ντίκενς ή Χωρίς οικογένεια) έχουν κηρυχθεί σε αφάνεια, στο πεδίο των επίσημων κοινωνικών αναπαραστάσεων και πολιτικών λόγων της δυτικής κοινωνίας.

Ωστόσο, εκείνο που έτσι απωθήθηκε («το παιδί παρατημένο στην τύχη του») επιστρέφει σαν «άγρια» εμπειρία, σαν ανεξημέρωτη πραγματικότητα: Σαν παιδί-πλάσμα του καταναλωτισμού, του image making, της ναρκισσιστικής φετιχοποίησης, της λογικής του παιδιού-πρίγκιπα.

Σαν αντικείμενο ανταγωνισμού, φθόνου, φαντασιωσικής απόλαυσης ή έμπρακτης σεξουαλικής εκμετάλλευσης (υπενθυμίζω την κίνηση για ίδρυση Κόμματος Παιδοφίλων στην Ολλανδία). Σαν θύμα της σχολικής αποτυχίας και των εξαρτήσεων, ή σαν θύτης-θύμα παιδικής και εφηβικής βίας, παραβατικότητας και εγκληματικότητας …;


Σαν «χαμένες γενιές» παιδιών με μοιραία ελλείμματα γνώσης, γλώσσας, κουλτούρας, κοινωνικότητας, τρόπου, ονείρων …;
Με απόληξη τις συμμορίες ανηλίκων, ιδίως στις μεγαλουπόλεις, και τους «τυφλούς καταστροφείς» στις εξεγέρσεις των παρισινών προαστίων …; Πέρα από τις κοινωνικές και ιστορικές τους διαστάσεις, που υπάρχουν και βαραίνουν, αυτές οι εκδηλώσεις ισοδυναμούν με μια ιδιαίτερη κακουχία της παιδικής ηλικίας είναι συμπτώματα ψυχικής ορφάνιας.

Που αντιπροσωπεύουν, ως υποκειμενικότητες, την ακυβέρνητη παιδικότητα σε κάθε μορφή: Ό,τι λατρεύεται και αποθεώνεται, παραμένοντας ακυβέρνητο, επειδή η κατανόηση του και η ενήλικη στάση απέναντι του γεννάει φόβο, επιστρέφει τρέφοντας ακριβώς τα αισθήματα εκείνα που το καταδικάζουν να υπάρχει σε «ημιάγρια κατάσταση»: φόβο και ακατανοησία.

Σίγουρα, το να ενστερνίζεσαι, όσο και όπως ξέρεις και μπορείς, την ιδιότητα του γονιού, δεν σημαίνει ότι αυτομάτως είσαι και καλός γονιός – με όποια έννοια κι αν δοθεί στο επίθετο «καλός». Σίγουρα είναι μια τέχνη το να είσαι καλός γονιός. Στις συνηθισμένες περιπτώσεις, η κοινωνία, ο πολιτισμός και η οικογενειακή ιστορία εξοπλίζουν τους γονείς με την τεχνογνωσία και με τους ψυχικούς πόρους που θα τους επιτρέψουν να ανταποκριθούν και να λειτουργήσουν αρκετά καλά, δηλαδή επαρκώς, σαν γονείς.

Ωστόσο, και σ’ αυτό το ζήτημα, για να μπορέσει να λειτουργήσει μια οικογένεια και να αναθρέψει ένα παιδί ψυχικά ισορροπημένο, η απόλυτη προϋπόθεση δεν είναι το καλός, αλλά το γονιός. Εκατομμύρια παιδιά έχουν μεγαλώσει με γονείς μετριότατους ως προς τη γονεϊκή τους λειτουργία. Και ποτέ κανένα παιδί δεν ανατράφηκε με τέλειους γονείς: Όλοι είχαν ατέλειες, ανεπάρκειες, κενά, προβλήματα …;
Όμως, το δίλημμα δεν είναι οι τέλειοι γονείς ή καθόλου γονείς. Το πρωταρχικό και απόλυτο ζητούμενο είναι να υπάρχουν γονείς. Αν είναι και καλοί, τόσο το καλύτερο. Αν είναι μέτριοι ή ακόμη και κακοί, θα προκύψουν σίγουρα δυσκολίες και αβαρίες -για τις οποίες θα δούμε τι θα γίνει.

Οπωσδήποτε, πάντως, το να έχεις γονείς ανεπαρκείς είναι καλύτερο από το να μην έχεις καθόλου γονείς. Το πρόβλημα «ανεπαρκείς γονείς» διορθώνεται. Το πρόβλημα «καθόλου γονείς» μπορεί να οδηγήσει σε αδιέξοδο.

Σε κάθε περίπτωση, για να συγκροτηθεί ένα παιδί, το να υπάρχουν γονείς στη θέση του γονιού, που λειτουργούν όσο καλύτερα μπορούν σύμφωνα με όσα υπαγορεύει η ιδιότητα του γονιού, είναι το ίδιο αναγκαίο με την τροφή και το νερό. Και αυτό, τα παιδιά το ξέρουν.

Γι’ αυτό, όταν κάτι ανεπαρκεί ως προς τους γονείς, όταν υφίσταται κενό γονέων, το πρώτο πράγμα που χρειάζονται δεν είναι «ψυχολόγος» ή όποιος άλλος, που επιβεβαιώνει ή προσπαθεί να καλύψει ένα τέτοιο κενό. Γονείς θέλουν!

Δεν λέω τίποτε καινούργιο ή παράξενο, λοιπόν, όταν δίνω την απάντηση που είπαμε. Καινούργιο και παράξενο είναι το ότι τόσο συχνά, στη σημερινή δυτική κοινωνία, αυτό που λέω δεν θεωρείται αυτονόητο, δεν είναι κοινή γνώση σε τόσες περιπτώσεις ανθρώπων, που καλούνται να λειτουργήσουν σύμφωνα με την ιδιότητα του γονιού, αλλά μπερδεύονται: Άλλοι δεν ξέρουν καλά το πώς, τον τρόπο.

Άλλοι δεν αισθάνονται το γιατί, τη λογική της θέσης τους. Άλλοι φοβούνται ότι θα χάσουν κάτι (την αγάπη του παιδιού τους) και γι’ αυτό νιώθουν ότι δεν έχουν τη δύναμη …; »

πηγή: Ν. Σιδέρης. «Τα παιδιά δεν θέλουν ψυχολόγο. Γονείς θέλουν!»,-αποσπάσματα. Εκδ. Μεταίχμιο

Read Full Post »

Older Posts »