Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘χριστιανοί’

 

epitafios22.jpg



Το πρωί της Μ. Παρασκευής ψάλλονται στους Ναούς οι «Μεγάλης Ώρες» (Πρώτη, Τρίτη, Έκτη και Ενάτη).
Λέγονται «Μεγάλες» και για το μήκος τους και διότι αναφέρονται σε μεγάλα και θαυμαστά γεγονότα. Λέγονται ακόμη και «Βασιλικές», γιατί κατά τη Βυζαντινή εποχή τις παρακολουθούσε και ο βασιλιάς.
Οι ώρες περιέχουν Ψαλμούς, Τροπάρια, Προφητείες, Αποστόλους, Ευαγγέλια και Ευχές.
Στον εσπερινό της Μ. Παρασκευής, που τελείται και αυτός το πρωί, ψάλλεται ως Δοξαστικό των Αποστίχων το εξής τροπάριο:
«Σε, τον αναβαλλόμενον το φως ώσπερ ιμάτιον, καθελών ο Ιωσήφ από του ξύλου συν Νικοδήμω και θεωρήσας νεκρόν, γυμνόν, άταφον, ευσυμπάθητον θρήνον αναλαβών, οδυρόμενος έλεγεν – οίμοι γλυκύτατε Ιησού! Ον προ μικρού ο ήλιος εν σταυρώ κρεμάμενον θεασάμενος, ζόφον περιεβάλλετο και η γη τω φόβω εκυμαίνετο και διερρήγνυτο ναού το καταπέτασμα. Αλλ’ ιδού νυν βλέπω σε δι’ εμέ εκουσίως υπελθόντα θάνατον. Πώς Σε κηδεύσω, Θεέ μου; Ή πώς συνδόσιν ειλήσω; Ποίαις χερσί δε προσψαύσω το Σον ακήρατον σώμα; Η ποία άσματα μέλψω τη Ση εξόδω οικτίρμον; Μεγαλύνω τα πάθη Σου, υμνολογώ και την ταφήν Σου συν τη αναστάσει, κραυγάζων: Κύριε δόξα Σοι».
Η απόδοση του τροπαρίου έχει ως εξής:
Όταν ο Ιωσήφ, μαζί με τον Νικόδημο, κατέβασε από τον Σταυρό Εσένα, που φορείς το φως ως ένδυμα και Σε είδε νεκρό, γυμνό, άταφο άρχισε θρήνο γεμάτο από συμπόνια και κλαίοντας έλεγε: Αλίμονο σε μένα, γλυκύτατε Ιησού! Πριν από λόγο ο ήλιος επειδή Σε είδε κρεμασμένο επάνω στον Σταυρό, ντύθηκε βαθύ σκοτάδι και η γη συνταρασσόταν από τρόμο και το παραπέτασμα του Ναού σχιζόταν στα δύο. Αλλά να τώρα εγώ βλέπω ότι Εσύ δέχτηκες να υποστείς τον θάνατο με τη θέλησή Σου για χάρη μου. Πώς θα σε κηδεύσω, Θεέ μου; Ή πώς θα
Σε περιτυλίξω με σεντόνια; Με ποια χέρια θα αγγίξω το αμόλυντο σώμα Σου; Ή ποια θρηνώδη άσματα θα ψάλω κατά την εκφορά Σου, εύσπλαχνε Κύριε; Δοξολογώ τα πάθη Σου, εγκωμιάζω με ύμνους και την ταφή Σου μαζί με την Ανάσταση Σου και κραυγάζω: Κύριε, δόξα Σοι!
Πρόκειται για ένα από τα κορυφαία ποιητικά δημιουργήματα της εκκλησιαστικής μας ποίησης.
Οι πιστοί το απολαμβάνουν μέσα σε ατμόσφαιρα μεγάλης κατάνυξης, η οποία ενισχύεται και από το τελετουργικό της Αποκαθήλωσης. Στο συγκεκριμένο τροπάριο υπάρχουν επιδράσεις από τον Δαβίδ («αναβαλλόμενον φως ως ιμάτιον») Ψαλμός 103, 2, από το κατά Μάρκον Ευαγγέλιο 15, 46 («Ο Ιωσήφ καθελών αυτόν ενείλησε τη συνδόνι») και από το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο 27, 51 («Το καταπέτασμα του Ναού εσχίσθη … και η γη εσείσθη»).
Κυρίαρχο στοιχείο είναι η αντίθεση ανάμεσα στο φως το οποίο σαν ιμάτιο περιβάλλει τον Ιησού και το σκοτάδι με το οποίο ντύθηκε ο ήλιος. Τη θεϊκή γαλήνη και το μεγαλείο διαδέχεται μια νέα κατάσταση. Υπάρχει το πρωθύστερο σχήμα ανάμεσα στο «καθελών» και στο «θεωρήσει». Η θέα του νεκρού με το γυμνό άταφο σώμα προκαλεί τον θρήνο και τον οδυρμό.
Το σχετλιαστικό επιφώνημα «οίμοι» σε συνδυασμό με την προσφώνηση «γλυκύτατε Ιησού» αποκαλύπτει το μέγεθος του πόνου του Ιωσήφ. Συγχρόνως όμως έρχονται στον νου εικόνες οικείες στους ανθρώπους, που μοιρολογούν για τον θάνατο αγαπημένων προσώπων.
Μέσα από την αντίθεση ανάμεσα στο πριν και στο τώρα («προ μικρού») εμφανίζεται η απόγνωση και η απελπισία που μετριάζονται όμως από τη βεβαιότητα πως ό,τι συνέβη ήταν συνέπεια της συγκαταβάσεως του Ιησού και αποσκοπούσε στη σωτηρία του ανθρώπου («εκουσίως δι’ εμέ υπελθόντα θάνατον»). Δεσπόζουσα όμως θέση έχει το δέος που νιώθει ο Ιωσήφ, συνειδητοποιώντας το έργο το οποίο έχει να επιτελέσει. Δέος που εκφράζεται με σειρά ερωτημάτων («Πώς Σε κηδεύσω, πώς συνδόσιν ειλήσω, ποίαις χερσί προσψαύσω το Σον ακήρατον σώμα; ποία άσματα μέλψω τη Ση εξόδω;»). Η κατάληξη με τους ρηματικούς τύπους «μεγαλύνω», «υμνολογώ», «κραυγάζων» σηματοδοτεί εσωτερική αγαλλίαση στον ύψιστο βαθμό, οφειλόμενη στη θεότητα του Ιησού.
Υπάρχει ακόμη η παρομοίωση «το φως ώσπερ ιμάτιον», το πολυσύνδετο σχήμα «περιεβάλλετο και εκυμαίνετο και διερρήγνυτο του Ναού το καταπέτασμα», το ασύνδετο σχήμα «θεωρήσας νεκρόν, γυμνόν, άταφον», η μεταφορά «Καθελών ο Ιωσήφ από του ξύλου», οι προσφωνήσεις «γλυκύτατε Ιησού, Θεέ μου, οικτίρμον Κύριε», οι μεγαλειώδεις εικόνες, τα επίθετα «ευσυμπάθητον θρήνον, γλύκύτατε Ιησού, το ακήρατον σώμα», η εναλλαγή στη δομή της σύνταξης είναι ορισμένα από τα βασικά γνωρίσματα που λαμπρύνουν το ποίημα.
Όλα τα παραπάνω αναδεικνύονται περισσότερο από το γεγονός ότι το τροπάριο ψάλλεται κατά τον πλ. Α’ ήχο.

 

 Μιχ. Καβουλάκης
 

Advertisements

Read Full Post »

 

Μέσα σε ένα κλίμα ζοφερό για την πατρίδα μας, κλίμα αβεβαιότητος και απελπισίας πολλάκις και εκεί που νομίζει κανείς, ότι όλα χάνονται, έρχεται η πραγματικότητα να μας βεβαιώση, ότι η αντίστροφη μέτρηση έχει ήδη αρχίσει μέσα από μια σθεναρή αντίσταση, που πηγαίνει κόντρα στον οδοστρωτήρα, ο οποίος θέλει να ισοπεδώση τα πάντα και κυρίως να κάμψη τις ψυχικές αντοχές.

Αυτή η αντίσταση, άρχισε ήδη, ως ένα ρεύμα ποταμού που θα αρδεύση, ο,τι άφησε ξερό και άνυδρο σ’ αυτό τον τόπο η λαίλαπα που μέχρι τώρα αγωνίστηκε με λύσσα και πάθος ανίερο, για να ξεθεμελιώση τα ιερά θέμεθλα αυτού του τόπου και να ξερριζώση τα αιωνόβια πνευματικά δένδρα, που με τον ίσκιο τους, ανέπαυσαν και αναπαύουν τον Λαό.

Αυτό το ρεύμα όμως έρχεται να παρασύρη, και ως μία μεγάλη πνευματική δύναμη όλες τις προσπάθειες, οι οποίες ως σκοπό έχουν, να συνεχίσουν το διαβρωτικό έργο των αντιθέων και ανθελλήνων, ημετέρων και ξένων, οι οποίοι παρά τις διαβεβαιώσεις της αδεκάστου ιστορίας, ότι «του Έλληνα η ψυχή ζυγό δεν υπομένει», προσπαθούν απεγνωσμένα να βρουν τρόπους, ώστε να πλήξουν του γένους μας τα ιερά και τα όσια.

Ήδη όμως παρεσύρθησαν από την ορμή της αντίστασης, η οποία προβάλλεται με σθένος και νεανικό σφρίγος και δεν απομένει παρά ο τελικός καταποντισμός τους, ώστε άπαξ δια παντός να κατανοήσουν, ότι στην Ελλάδα και οι πέτρες κάποια στιγμή ανθίζουν.

Ο λόγος της Αγίας Γραφής ο αναφερόμενος σε άλλη περίπτωση «σκληρόν σοι προς κέντρα λακτίζειν»(Πραξ. κστ , 14), θεωρώ, ότι πρέπει να επαναληφθή τόσο δυνατά και προς αυτούς, προς αυτά τα κέντρα που επανειλημένως, πλην ανεπιτυχώς, επεχείρησαν να αλώσουν τον τόπο μας.

Ναι, γνωρίζω, ότι πολλές φορές φτάσαμε στα όριά μας, ακουμπήσαμε στο χώμα, χάσαμε τα υλικά αγαθά, μείναμε μόνοι, δεν είχαμε ούτε να φάμε, όμως αντέξαμε.

Ξέρει ο Έλληνας να ζη κόβοντας, όπως χαρακτηριστικά λέγει, μια ελιά στα τέσσερα. Όμως τα καταφέρνει, αφού γνωρίζει ότι, «ουκ επ’ άρτω μόνο ζήσετε άνθρωπος…»( Ματθ δ ,4).

Γνωρίζω, ότι έσπρωξαν τις νεώτερες γενηές σε μια ψεύτικη ευμάρεια και πλάνα ζωή και προσπάθησαν να κάνουν μαλθακά τα παιδιά μας, σκορπίζοντας στον ουρανό μαύρα σύννεφα και δημιουργώντας γκρίζους ορίζοντες.

Γνωρίζομε όλοι, ότι επί τόσα χρόνια δηλητηριάζουν τις ψυχές με το φαρμάκι του μίσους εναντίον των αξιών και θεσμών, που κρατούν το οικοδόμημα της πατρίδος μας και αποτελούν τους συνεκτικούς δεσμούς μεταξύ μας, αλλά και τους συνδετικούς κρίκους με τις γενηές που πέρασαν και αγωνίστηκαν για να μας παραδώσουν αυτούς τους πνευματικούς θησαυρούς.

Όμως υπελόγισαν λάθος τα πράγματα και συνεχίζουν να κάνουν τα ίδια σφάλματα, τα οποία τελικώς θα καταστρέψουν τις ιοβόλες γλώσσες τους και θα συντρίψουν τις υπερφίαλες κεφαλές τους. Και πάλι τους υπενθυμίζομε το Αγιογραφικόν «… αυτός σου τηρήσει κεφαλήν, και συ τηρήσεις αυτού πτέρναν»(Γεν. γ 15).

Όταν το δηλητήριο εισέρχεται στο σώμα, εκείνο (το σώμα) αντιδρά και χρησιμοποιεί τα αντισώματα που διαθέτει, για να το εξουδετερώση. Κάποιοι οργανισμοί δεν τα καταφέρνουν, διότι τα αντισώματα που διαθέτουν, δεν είναι ισχυρά.

Όμως ο οργανισμός του γένους μας, απέδειξε διαχρονικά, ότι διαθέτει τόσα και τόσο ισχυρά αντισώματα τα οποία όχι μόνο το όποιο δηλητήριο εξουδετερώνουν, αλλά και αντοχές ισχυρότερες προσφέρουν, προκειμένου να αντέξη σε δυνατότερες επιθέσεις των ιοβόλων όφεων, στο μέλλον.

Και το λέγω αυτό, διότι θα είναι ουτοπία να πιστέψωμε, ότι θα σταματήσουν και στη συνέχεια, οι ορκισμένοι εχθροί της πατρίδος μας, να εκτοξεύουν τα βέλη τους εναντίον μας.

Δυστυχώς, γι’ αυτούς, εμείς, ως έχει ευστόχως πολλάκις ειπωθή, είμαστε φυλή και ρίζα δυνατή, ράτσα ανθεκτική. Περνάμε από το καμίνι και βγαίνομε ακέραιοι, χωρίς να μας έχουν καν αγγίξει οι φλόγες.

Φτάνομε στον βυθό και κρατάμε την αναπνοή μας, όσο χρειασθή, χωρίς να δημιουργηθή βλάβη στον εγκέφαλό μας και στον εσωτερικό μας κόσμο.

Φτάνομε στην άκρη και ενώ όλοι πιστεύουν, ότι ο βράχος θα μας συντρίψη, εμείς αντιστρέφομε την κατάσταση και ξαναγράφομε την ιστορία από την αρχή, χρησιμοποιώντας ως ύλη τις θυσίες και τα αίματα των προγόνων μας και ως ισχυρή γραφίδα την δική μας θέληση και το δικό μας πείσμα, για να ζήσωμε και να κρατηθούμε θαλεροί μέχρι της συντελείας του αιώνος, γιατί αυτό είναι το ριζικό μας.

Γι’ αυτό είμαστε ξεχωριστοί, δεν μοιάζομε με κανένα λαό. Δεν γινόμαστε «κιμάς», όπως έλεγε και ο Μακαριστός Χριστόδουλος στην κρεατομηχανή, που θέλουν να μας βάλλουν, γιατί απλούστατα δεν μπαίνομε, δεν μας χωράει, δεν είναι για τα μέτρα μας, αλλά για τα δικά τους, αφού πάντοτε σε σχέση με μας «εμετρήθησαν, εζυγίσθησαν και ευρέθησαν ελλιπείς…».

  1. Και τώρα γνωρίζω, ότι θα με ρωτήσετε, και εύλογα, γιατί τα έγραψα όλα αυτά, ενώ οι περισσότεροι ζουν σε κλίμα υφέσεως εξ αιτίας των γεγονότων που εξελίσσονται και διαδραματίζονται γύρω μας. Σας απαντώ.
  2. 1. Διότι αυτά πιστεύω ακράδαντα και ουδέποτε έπαψα να είμαι αισιόδοξος, αφού ζει Κύριος ο Θεός και ουδέποτε μας εγκατέλειψε παρά τα όποια ελαττώματα και ατοπήματά μας. Γιατί λοιπόν, να μας εγκαλείψη και τώρα; «Σοι μόνω αμαρτάνομεν Κύριε… αλλά και σοι μόνω λατρεύομεν…». (Ευχή Εσπερινού Γονυκλισίας)

2. Διότι αυτό βεβαιώνει η ιστορική πραγματικότης. Πότε δεν μας πολέμησαν με μανία; Αιώνες αγωνίζονται να μας τσακίσουν, να μας αποδυναμώσουν, να αλλοιώσουν την ψυχοσύνθεσή μας, τα χαρακτηριστικά μας.

Αιώνες αγωνίζονται να ξερριζώσουν την πίστη μας, τις αξίες μας, την ενότητά μας, την γλώσσα μας, την αγάπη μας στον τόπο μας. Πήτε μου, σας παρακαλώ, τι κατάφεραν;

Σε αιώνες σκλαβιάς διατηρήσαμε αναλλοίωτα τα υποστατικά μας ιδιώματα και λαμπρότερα τα αναδείξαμε. Η δράση τους, προκάλεσε την δική μας αντίδραση και μας έμαθε, να χρησιμοποιούμε τις κατάλληλες τακτικές, για να έχωμε πάντοτε «το επάνω χέρι».

Δεν λέω πονέσαμε, κλάψαμε, κάποιες φορές λυγίσαμε, αλλά παίρνοντας δύναμη, όπως ο μυθολογικός γίγαντας Ανταίος από τη γη που ακουμπούσε, αναδειχτήκαμε πάντοτε νικητές.

  1. Οφείλω όμως να ομολογήσω, ότι εκείνο που μας πείραξε και μας πειράζει περισσότερο δεν είναι ο πόλεμος των ξένων, αλλά η στάση των δικών μας προσκυνημένων. Η ύπουλη τακτική των «νενέκων» κάθε εποχής που προδίδουν την ψυχή του γένους μας. Ποτέ βεβαίως δεν έλειψαν, ούτε θα λείψουν. Την μια θα τους φταίη η Ορθόδοξη πίστη, την άλλη η γλώσσα, την τρίτη τα σύμβολα κ.ο.κ. Έτσι τους λένε τα αφεντικά τους, που δεν ξέρουν καλά τους Έλληνες και αυτοί οι δύσμοιροι τους πιστεύουν και υπακούουν, υπολογίζοντας σε πρόσκαιρες «αμοιβές». Τι κρίμα όμως, δεν έμαθαν παρ’ ότι το διάβασαν η το άκουσαν, γιατί δεν ξέρω αν κάποιοι απ’ αυτούς καταδέχτηκαν να ξεφυλλίσουν την ιστορία, δεν έμαθαν ποιό ήτο το τέλος, η «πληρωμή», όλων αυτών των προδοτών.

3. Διότι αυτό μας βεβαιώνουν τα παιδιά μας. Εμείς οι μεγαλύτεροι, νομίζομε ότι μόνοι πλέον κρατάμε την σημαία της αντίστασης και φυλάσσομε «Θερμοπύλες». Πιστεύομε, ότι μόνοι μας υψώνομε φωνή σε ένα κόσμο που καθ’ ημάς «χάνεται». Αυτό ίσως κάπου μας προβληματίζει, για να μη είπω μας λυγίζει.

Ευτυχώς όμως, που κάνομε λάθος και μάλιστα μεγάλο. Κοιτάξτε, μπροστά μας, γύρω μας, πόσοι ξεφύτρωσαν ήδη, πόσοι γεννιούνται και πόσοι ετοιμάζονται να γεννηθούν, οι οποίοι θέλουν και πάλι ευτυχώς, όχι απλώς να μας ακολουθήσουν, αλλά να τρέξουν πριν από μας. Τους ακούτε; φωνάζουν. «Δώστε μας την σκυτάλη των αγώνων, δεν μπορούμε πια να αντέξωμε «την ύβρη». Φτάνει «η προπαγάνδα», ζητάμε την λευτεριά, που μας εστέρησαν».

Ναι αυτή είναι η χαρά μας και γι’ αυτό έγραψα ως τίτλο, του παρόντος άρθρου, «Και όμως υπάρχει ελπίδα, γιατί υπάρχει αντίσταση».

Το βλέπω στα μάτια των παιδιών μας, που ζητούν κάτι διαφορετικό. Μας το λένε, γιατί μας έχουν πλέον εμπιστοσύνη. Το φωνάζουν: «Δεν είναι αυτή η Ελλάδα, δεν είναι αυτή η Πατρίδα μας, όπως την κατάντησαν.

Είναι η άλλη, η ελεύθερη, η αδούλωτη και υπερήφανη. Είναι εκείνη που μας παρέδωσαν οι μάρτυρες πρόγονοί μας.

Αυτή θέλομε, και αυτή θα ξαναφτιάξωμε».

Η τι λέγω, δεν τους άκουσα καλά και τους ζητώ συγγνώμη. Αυτοί φωνάζουν: «Εμείς είμαστε η αδούλωτη Ελλάδα και δεν θα μας νικήσουν ποτέ και με τίποτε».

Το άκουσα πολλές φορές, τώρα το προσέχω περισσότερο. Γι αυτό είμαι αισιόδοξος.

Το βλέπω πια σε γιορτές που γίνονται και είναι εμπνευσμένες απ’ αυτό το πνεύμα. Το βλέπομε κάθε φορά στα μάτια των παιδιών μας που μετέχουν στις παραδοσιακές και εθνικές τελετές και εορτές, στα μάτια των νεανικών ομάδων των ενοριών μας, στα πρόσωπα όλων των νέων.

Το άκουσα, το είδα, το έζησα μαζί με χιλιάδες άλλους πριν από λίγες ημέρες, στο προαύλιο του Δημοτικού Σχολείου του Σουλίου Πατρών, που είχε μετατραπεί σε ναό της Ελληνικής ψυχής και λεβεντιάς, μέσα από τον οποίο, μικροί και μεγάλοι διετράνωσαν με τον παθιασμένο από αγάπη για το Χριστό και την Ελλάδα λόγο τους, με τους παραδοσιακούς λεβέντικους χορούς, ότι «η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει…».

Εκείνη την ώρα, ζώντας αυτή την «αντιστασιακή» λαμπρή Ελληνική γιορτή και βλέποντας και τα νήπια να χορεύουν, είπα, «Εκ στόματος νηπίων και θηλαζόντων κατηρτίσω αίνον… ένδοξη Ελλάς».

Και καθώς χόρευαν και τραγουδούσαν παιδιά από διάφορα μέρη της Ελλάδος, ζωντανεύοντας τις ηρωικές μνήμες της αδούλωτης ψυχής, ήκουα τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο από την Φλώρινα, όπου σημειολογικά, ουσιαστικά και δυναμικά εξέφραζε, όπως πρέπει σε Έλληνα Ιεράρχη, όχι μόνο τα δικά του μύχια αισθήματα, αλλά και όλων των Ελλήνων την βαθειά αφοσίωση στα ιερά και τα όσια του γένους μας. Εξέφραζε τον Έλληνα πατέρα, την Ελληνίδα μάνα, τον Έλληνα παπά, τον Έλληνα δάσκαλο…

«Κυρά μου τα παιδιά είναι δικά μου, τα παιδιά είναι δικά μας. Ποιά είσαι εσύ που θα βγάλης εγκύκλιο χωρίς να ρωτήσης αυτούς που πάλεψαν και παλεύουν σ’ αυτό τον τόπο γι’ αυτό το χώρο; Ποιό είναι το δικαίωμά σου, που εσύ θα αποφασίζης, ότι δεν θα εκκλησιάζονται τα παιδιά; Τους ρώτησες τους γονείς;…»

Μακαριώτατε, επικροτούμε τα όσα είπατε, σας συγχαίρομε και προσθέτουμε:

«Ναι, ποιούς ρώτησες, κυρά μου; Ρώτησες τους γονείς, τους δασκάλους; Ρώτησες, τα ίδια τα παιδιά; Άντε κυρά μου και συ και οι όμοιοί σου από κει που ήρθατε… Σαν δεν εντρέπεστε…»

Δυστυχώς, γι’ αυτούς, εμείς, ως έχει ευστόχως πολλάκις ειπωθή, είμαστε φυλή και ρίζα δυνατή, ράτσα ανθεκτική. Περνάμε από το καμίνι και βγαίνομε ακέραιοι, χωρίς να μας έχουν καν αγγίξει οι φλόγες.

Φτάνομε στον βυθό και κρατάμε την αναπνοή μας, όσο χρειασθή, χωρίς να δημιουργηθή βλάβη στον εγκέφαλό μας και στον εσωτερικό μας κόσμο.

Φτάνομε στην άκρη και ενώ όλοι πιστεύουν, ότι ο βράχος θα μας συντρίψη, εμείς αντιστρέφομε την κατάσταση και ξαναγράφομε την ιστορία από την αρχή, χρησιμοποιώντας ως ύλη τις θυσίες και τα αίματα των προγόνων μας και ως ισχυρή γραφίδα την δική μας θέληση και το δικό μας πείσμα, για να ζήσωμε και να κρατηθούμε θαλεροί μέχρι της συντελείας του αιώνος, γιατί αυτό είναι το ριζικό μας.


Γι’ αυτό είμαστε ξεχωριστοί, δεν μοιάζομε με κανένα λαό. Δεν γινόμαστε «κιμάς», όπως έλεγε και ο Μακαριστός Χριστόδουλος στην κρεατομηχανή, που θέλουν να μας βάλλουν, γιατί απλούστατα δεν μπαίνομε, δεν μας χωράει, δεν είναι για τα μέτρα μας, αλλά για τα δικά τους, αφού πάντοτε σε σχέση με μας «εμετρήθησαν, εζυγίσθησαν και ευρέθησαν ελλιπείς…».

+ Ο Πατρών Χρυσόστομος

πηγή

ΡΟΜΦΑΙΑ

Read Full Post »

20372_108648895813645_100000056043841_217710_822417_n.jpg

 

 

 


– Μου είπαν μερικοί ότι σκανδαλίζονται , γιατί βλέπουν πολλά στραβά στην Εκκλησία , και εγώ τους είπα :
-Αν ρωτήσης μια μύγα : «έχει λουλούδια εδώ στην περιοχή; » , θα πη : «δεν ξέρω΄εκεί κάτω στον λάκκο έχει κονσερβοκούτια , κοπριές , ακαθαρσίες «, και θα σου αραδιάσει όλες τις βρωμιές στις οποίες πήγε .

Αν όμως ρωτήσεις μια μέλισσα : «είδες καμμιά ακαθαρσία εδώ στην περιοχή» , θα σου πη : «ακαθαρσία ; όχι , δεν είδα πουθενά΄ εδώ ο τόπος είναι γεμάτος από ευωδιαστά λουλούδια » και θα σου αναφέρη ένα σωρό λουλούδια του κήπου , του αγρού κ.λ.π. Βλέπεις , η μύγα ξέρει μόνον που υπάρχουν σκουπίδια , ενώ η μέλισσα ξέρει πως εκεί πέρα είναι ένας κρίνος , πιο εκεί ένα ζουμπούλι…….
– ΄Οπως έχω καταλάβει , άλλοι άνθρωποι μοιάζουν με την μέλισσα και άλλοι με την μύγα . Αυτοί που μοιάζουν με την μύγα ψάχνουν σε κάθε περίπτωση να βρούν τι κακό υπάρχει και ασχολούνται μ΄αυτό΄ δεν βλέπουν πουθενά κανένα καλό . Αυτοί που μοιάζουν με την μέλισσα βρίσκουν παντού ό,τι καλό υπάρχει .

Ο βλαμμένος ο άνθρωπος βλαμμένα σκέφτεται , όλα τα παίρνει αριστερά , όλα τα βλέπει ανάποδα . Ενώ,όποιος έχει καλούς λογισμούς , ό,τι και να δη , ό,τι και να του πης , θα βάλει καλό λογισμό.
{ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΊΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΛΟΓΟΙ Γ΄. σελ.27-28 } .-

Read Full Post »

09.jpg

– Γέροντα, πώς θα βοηθηθούν οι άνθρωποι με τόσα πού γίνονται στον κόσμο;

 

– Εκείνος πού θέλει να βοηθηθεί, βοηθιέται με τιποτένια πράγματα. Π.χ. κουνιέται ένα κανδήλι ή κουνιέται ό ίδιος ολόκληρος με έναν σεισμό και συνέρχεται. Όσοι δεν πιστεύουν, γίνονται χειρότεροι, όταν ακούν ότι θα γίνει πόλεμος ή κάποια καταστροφή. «Δώσ’ του, σού λέει, να γλεντήσουμε, γιατί χάνουμε την ζωή», οπότε το ρίχνουν τελείως έξω.

Άλλοτε ακόμη και οι αδιάφοροι, όταν άκουγαν λ.χ. ότι θα γίνει πόλεμος, συνέρχονταν και άλλαζαν ζωή.
Τώρα είναι πολύ λίγοι αυτοί. Παλιά το έθνος μας ζούσε πνευματικά, γι’ αυτό και ό Θεός το ευλογούσε και οι Άγιοι μάς βοηθούσαν με θαυμαστό τρόπο, και νικούσαμε τους εχθρούς μας, οι όποιοι πάντοτε ήταν περισσότεροι από εμάς.

Σήμερα λέμε πώς είμαστε Ορθόδοξοι, άλλα δυστυχώς συχνά μόνον το όνομα «Ορθόδοξος» έχουμε και όχι ζωή ορθόδοξη.
Ρώτησα έναν Πνευματικό με κοινωνική δράση, με ένα σωρό πνευματικοπαίδια κ.λπ.: 

-Τι ξέρεις για μία βλάσφημη ταινία;.

-Δεν ξέρω τίποτε», μού είπε. Δεν ήξερε τίποτε και είναι σε μεγάλη πόλη. Κοιμίζουν τον κόσμο.

Τον αφήνουν έτσι, για να μη στενοχωριέται και να διασκεδάζει.
Μην τυχόν πεις ότι θα γίνει πόλεμος ή ότι θα γίνει ή Δευτέρα Παρουσία και γι’ αυτό πρέπει να ετοιμασθούμε, μην τυχόν στενοχωρηθούν οι άνθρωποι.
Σαν μερικές γριές πού λένε «μη μιλάς για θάνατο· Μόνο για χαρές και για βαφτίσια να μιλάς», σαν να μην τις περιμένει θάνατος.

Έτσι νιώθουν μία ψεύτικη χαρά. Ενώ, αν σκέφτονταν ότι το τάδε γεροντάκι πού έμενε λίγο πιο κάτω πέθανε χθες, ό άλλος είναι στα τελευταία του και θα πεθάνει, μεθαύριο θα γίνει τού τάδε το μνημόσυνο πού ήταν και πολύ νεότερος από αυτές, θα σκέφτονταν τον θάνατο και θα έλεγαν: «Πρέπει να εξομολογηθώ, να ετοιμασθώ πνευματικά, γιατί μπορεί κι εμένα σε λίγο να με καλέσει ό Χριστός για την άλλη ζωή». Διαφορετικά, έρχεται ύστερα ο θάνατος και τις παίρνει ανέτοιμες.

Άλλοι πάλι από… «καλωσύνη» λένε: «Στους αιρετικούς μη λέτε ότι είναι στην πλάνη, για να δείξουμε αγάπη». Και έτσι τα ισοπεδώνουν όλα. Αν ζούσαν αυτοί στα πρώτα χρόνια τού Χριστιανισμού, δεν θα είχαμε ούτε έναν Άγιο.

Έλεγαν τότε στους Χριστιανούς: «Ρίξε μόνο λιβάνι στην φωτιά και μην αρνήσαι τον Χριστό». Δεν το δέχονταν. «Κάνε μόνον πώς ρίχνεις». Δεν το δέχονταν. «Μη μιλάς για τον Χριστό και πήγαινε ελεύθερος σε άλλο μέρος», και δεν το δέχονταν. Σήμερα βλέπεις έναν νερόβραστο κόσμο.

 

-Γέροντα, όταν λέει ό Απόστολος Παύλος «Ό καρπός τον Πνεύματος εστίν αγάπη, χαρά»[1], εννοεί ότι ή χαρά είναι τεκμήριο σωστής ζωής;

 

– Ναι, γιατί υπάρχει κοσμική χαρά και θεϊκή χαρά. Όταν κάτι δεν είναι πνευματικό, καθαρό, δεν μπορεί να υπάρχει αληθινή χαρά και ειρήνη στην καρδιά. Η χαρά πού αισθάνεται ένας πνευματικός άνθρωπος δεν είναι ή κοσμική χαρά πού επιζητούν πολλοί σήμερα. Να μην τα μπλέκουμε τα πράγματα.

Οι Άγιοι είχαν τέτοιου είδους χαρά πού ζητάμε εμείς; Η Παναγία είχε τέτοια χαρά; Ό Χριστός γελούσε; Ποιος Άγιος πέρασε από αυτήν την ζωή χωρίς πόνο; Ποιος Άγιος είχε τέτοια χαρά πού επιδιώκουν πολλοί Χριστιανοί της εποχής μας, πού δεν θέλουν να ακούσουν τίποτε δυσάρεστο, για να μη στενοχωρηθούν, να μη χάσουν την ηρεμία τους;
Αν θέλω να μη στενοχωρηθώ, για να είμαι χαρούμενος, να μη χαλάσω την ησυχία μου, για να είμαι πράος, τότε είμαι αδιάφορος!

Άλλο πραότητα πνευματική και άλλο πραότητα από αδιαφορία.

Λένε μερικοί: «Πρέπει να είμαι χαρούμενος, γιατί είμαι Χριστιανός. Να είμαι ήρεμος, γιατί είμαι Χριστιανός». Αυτοί δεν είναι Χριστιανοί. Το καταλάβατε; Αυτό είναι αδιαφορία, είναι κοσμική χαρά.
Όποιος έχει αυτά τα κοσμικά στοιχεία, δεν είναι πνευματικός άνθρωπος. Ο πνευματικός άνθρωπος είναι όλος ένας πόνος. Πονάει δηλαδή για καταστάσεις, για ανθρώπους, αλλά ανταμείβεται γι’ αυτόν τον πόνο με θεία παρηγοριά.

Νιώθει πόνο, αλλά νιώθει μέσα του θεία παρηγοριά, γιατί κάνει ρίψεις με ευλογίες ό Θεός από τον Παράδεισο στην ψυχή και αγάλλεται ο άνθρωπος από την θεϊκή αγάπη. Αυτή είναι η χαρά, η πνευματική χαρά, πού δεν εκφράζεται και πλημμυρίζει την καρδιά.

 

 

πατηρ Παϊσιος

 

πηγή

http://hggiken.pblogs.gr/2011/08/mhn-tyhon-peis-oti-tha-ginei-pole-os-g-pa-sios.html

 

Read Full Post »

thiv56_es060_filtered.jpg

Η οδός του πιστού, που είναι ο σταυρός, έχει διπλή εφαρμογή στη ζωή του: Η μία είναι «η πράξις», δηλαδή ο αγώνας για την κάθαρση της ψυχής από τα πάθη, και η δεύτερη είναι η «θεωρία», που είναι η λεπτή εργασία του νου «εν τη θεία αδολεσχία», το να θέλγεται η κεκαθαρμένη ψυχή ερωτικώς από τη δόξα του Θεού.

Για να φτάσει η αγωνιζόμενη ψυχή σωστά στο στάδιο της θεωρίας είναι απολύτως αναγκαίο το να τελειώσει προηγουμένως το πρώτο στάδιο. Όποιος όμως τολμήσει, πριν ακόμη γυμνασθεί τελείως στο πρώτο στάδιο, να περάσει προς το στάδιο της θεωρίας, θελγόμενος ερωτικώς από την ηδονή της ή μάλλον επειδή βαριέται να αγωνίζεται κατά των παθών του, αυτός θα δεχθεί επάνω του την οργή του Θεού, επειδή δε νέκρωσε προηγουμένως με τον πνευματικό αγώνα τα πάθη του.

Η οργή αυτή, διευκρινίζει, δεν έρχεται όταν αγωνίζεται στο πρώτο στάδιο, αλλά όταν επιχειρήσει να περάσει στο δεύτερο χωρίς να έχει ολοκληρώσει το πρώτο. Και το παθαίνει αυτό, διότι, ενώ η διάνοιά του είναι μολυσμένη από τα πάθη της ατιμίας, τρέχει να φαντασθεί με το νου του, καταστάσεις που δεν τις γνωρίζει εκ πείρας.

Αλλά παρασυρμένος από όσα είχε ακούσει ή διαβάσει, έτρεξε αμέσως να περπατήσει ένα δρόμο γεμάτο από σκοτεινά μυστήρια και ενώ ο ίδιος είναι πνευματικά τυφλός. Σ’ αυτόν το δρόμο, ακόμη και αυτοί που έχουν καλή πνευματική όραση και έχουν κοντά τους και έμπειρο πνευματικό οδηγό, και αυτοί ακόμη κινδυνεύουν ημέρα και νύχτα, παρόλο που τα μάτια τους είναι γεμάτα δάκρυα και προσεύχονται με δάκρυα όλη την ημέρα.

Λέγουν μερικοί, ότι τα του Θεού έρχονται από μόνα τους, χωρίς εσύ να καταλαβαίνεις κάτι. Ναι, αυτό είναι σωστό. Αλλά πότε; Εάν ο τόπος της ψυχής σου είναι καθαρός και όχι βρώμικος.

Εάν όμως η κόρη του οφθαλμού της ψυχής σου δεν είναι καθαρή, μην τολμήσεις να ατενίσεις τον πνευματικό ήλιο, για να μη στερηθείς και αυτό το λίγο φως που έχεις και το οποίο είναι η απλή πίστη και η ταπείνωση και η καρδιακή εξομολόγηση και τα μικρά έργα τα σύμφωνα με τη δύναμή σου.

Μην τολμήσεις, διότι θα πεταχθείς τότε σε κάποιο νοητό χώρο, ο οποίος είναι το σκοτάδι το απομακρυσμένο, αυτό που βρίσκεται μακριά από το Θεό και είναι γνωστό ως άδης.

(Ισαάκ του Σύρου, Λόγος ΚΓ΄ Ασκητικός

Read Full Post »

Older Posts »