Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘χριστός’

 

epitafios22.jpg



Το πρωί της Μ. Παρασκευής ψάλλονται στους Ναούς οι «Μεγάλης Ώρες» (Πρώτη, Τρίτη, Έκτη και Ενάτη).
Λέγονται «Μεγάλες» και για το μήκος τους και διότι αναφέρονται σε μεγάλα και θαυμαστά γεγονότα. Λέγονται ακόμη και «Βασιλικές», γιατί κατά τη Βυζαντινή εποχή τις παρακολουθούσε και ο βασιλιάς.
Οι ώρες περιέχουν Ψαλμούς, Τροπάρια, Προφητείες, Αποστόλους, Ευαγγέλια και Ευχές.
Στον εσπερινό της Μ. Παρασκευής, που τελείται και αυτός το πρωί, ψάλλεται ως Δοξαστικό των Αποστίχων το εξής τροπάριο:
«Σε, τον αναβαλλόμενον το φως ώσπερ ιμάτιον, καθελών ο Ιωσήφ από του ξύλου συν Νικοδήμω και θεωρήσας νεκρόν, γυμνόν, άταφον, ευσυμπάθητον θρήνον αναλαβών, οδυρόμενος έλεγεν – οίμοι γλυκύτατε Ιησού! Ον προ μικρού ο ήλιος εν σταυρώ κρεμάμενον θεασάμενος, ζόφον περιεβάλλετο και η γη τω φόβω εκυμαίνετο και διερρήγνυτο ναού το καταπέτασμα. Αλλ’ ιδού νυν βλέπω σε δι’ εμέ εκουσίως υπελθόντα θάνατον. Πώς Σε κηδεύσω, Θεέ μου; Ή πώς συνδόσιν ειλήσω; Ποίαις χερσί δε προσψαύσω το Σον ακήρατον σώμα; Η ποία άσματα μέλψω τη Ση εξόδω οικτίρμον; Μεγαλύνω τα πάθη Σου, υμνολογώ και την ταφήν Σου συν τη αναστάσει, κραυγάζων: Κύριε δόξα Σοι».
Η απόδοση του τροπαρίου έχει ως εξής:
Όταν ο Ιωσήφ, μαζί με τον Νικόδημο, κατέβασε από τον Σταυρό Εσένα, που φορείς το φως ως ένδυμα και Σε είδε νεκρό, γυμνό, άταφο άρχισε θρήνο γεμάτο από συμπόνια και κλαίοντας έλεγε: Αλίμονο σε μένα, γλυκύτατε Ιησού! Πριν από λόγο ο ήλιος επειδή Σε είδε κρεμασμένο επάνω στον Σταυρό, ντύθηκε βαθύ σκοτάδι και η γη συνταρασσόταν από τρόμο και το παραπέτασμα του Ναού σχιζόταν στα δύο. Αλλά να τώρα εγώ βλέπω ότι Εσύ δέχτηκες να υποστείς τον θάνατο με τη θέλησή Σου για χάρη μου. Πώς θα σε κηδεύσω, Θεέ μου; Ή πώς θα
Σε περιτυλίξω με σεντόνια; Με ποια χέρια θα αγγίξω το αμόλυντο σώμα Σου; Ή ποια θρηνώδη άσματα θα ψάλω κατά την εκφορά Σου, εύσπλαχνε Κύριε; Δοξολογώ τα πάθη Σου, εγκωμιάζω με ύμνους και την ταφή Σου μαζί με την Ανάσταση Σου και κραυγάζω: Κύριε, δόξα Σοι!
Πρόκειται για ένα από τα κορυφαία ποιητικά δημιουργήματα της εκκλησιαστικής μας ποίησης.
Οι πιστοί το απολαμβάνουν μέσα σε ατμόσφαιρα μεγάλης κατάνυξης, η οποία ενισχύεται και από το τελετουργικό της Αποκαθήλωσης. Στο συγκεκριμένο τροπάριο υπάρχουν επιδράσεις από τον Δαβίδ («αναβαλλόμενον φως ως ιμάτιον») Ψαλμός 103, 2, από το κατά Μάρκον Ευαγγέλιο 15, 46 («Ο Ιωσήφ καθελών αυτόν ενείλησε τη συνδόνι») και από το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο 27, 51 («Το καταπέτασμα του Ναού εσχίσθη … και η γη εσείσθη»).
Κυρίαρχο στοιχείο είναι η αντίθεση ανάμεσα στο φως το οποίο σαν ιμάτιο περιβάλλει τον Ιησού και το σκοτάδι με το οποίο ντύθηκε ο ήλιος. Τη θεϊκή γαλήνη και το μεγαλείο διαδέχεται μια νέα κατάσταση. Υπάρχει το πρωθύστερο σχήμα ανάμεσα στο «καθελών» και στο «θεωρήσει». Η θέα του νεκρού με το γυμνό άταφο σώμα προκαλεί τον θρήνο και τον οδυρμό.
Το σχετλιαστικό επιφώνημα «οίμοι» σε συνδυασμό με την προσφώνηση «γλυκύτατε Ιησού» αποκαλύπτει το μέγεθος του πόνου του Ιωσήφ. Συγχρόνως όμως έρχονται στον νου εικόνες οικείες στους ανθρώπους, που μοιρολογούν για τον θάνατο αγαπημένων προσώπων.
Μέσα από την αντίθεση ανάμεσα στο πριν και στο τώρα («προ μικρού») εμφανίζεται η απόγνωση και η απελπισία που μετριάζονται όμως από τη βεβαιότητα πως ό,τι συνέβη ήταν συνέπεια της συγκαταβάσεως του Ιησού και αποσκοπούσε στη σωτηρία του ανθρώπου («εκουσίως δι’ εμέ υπελθόντα θάνατον»). Δεσπόζουσα όμως θέση έχει το δέος που νιώθει ο Ιωσήφ, συνειδητοποιώντας το έργο το οποίο έχει να επιτελέσει. Δέος που εκφράζεται με σειρά ερωτημάτων («Πώς Σε κηδεύσω, πώς συνδόσιν ειλήσω, ποίαις χερσί προσψαύσω το Σον ακήρατον σώμα; ποία άσματα μέλψω τη Ση εξόδω;»). Η κατάληξη με τους ρηματικούς τύπους «μεγαλύνω», «υμνολογώ», «κραυγάζων» σηματοδοτεί εσωτερική αγαλλίαση στον ύψιστο βαθμό, οφειλόμενη στη θεότητα του Ιησού.
Υπάρχει ακόμη η παρομοίωση «το φως ώσπερ ιμάτιον», το πολυσύνδετο σχήμα «περιεβάλλετο και εκυμαίνετο και διερρήγνυτο του Ναού το καταπέτασμα», το ασύνδετο σχήμα «θεωρήσας νεκρόν, γυμνόν, άταφον», η μεταφορά «Καθελών ο Ιωσήφ από του ξύλου», οι προσφωνήσεις «γλυκύτατε Ιησού, Θεέ μου, οικτίρμον Κύριε», οι μεγαλειώδεις εικόνες, τα επίθετα «ευσυμπάθητον θρήνον, γλύκύτατε Ιησού, το ακήρατον σώμα», η εναλλαγή στη δομή της σύνταξης είναι ορισμένα από τα βασικά γνωρίσματα που λαμπρύνουν το ποίημα.
Όλα τα παραπάνω αναδεικνύονται περισσότερο από το γεγονός ότι το τροπάριο ψάλλεται κατά τον πλ. Α’ ήχο.

 

 Μιχ. Καβουλάκης
 

Read Full Post »

24.jpg

Ναι!
Εδώ βλέπεις, σε έναν αδικημένο που έχει καλή διάθεση, επειδή δικαιούται την Θεία βοήθεια, παρουσιάζονται πολλές φορές οι Αγιοι, η Παναγία, ο Χριστός, για να τον σώσουν πόσο μάλλον τώρα που θα βρίσκεται σε τόσο δύσκολη κατάσταση ο καημένος ο κόσμος. Τώρα μια μπόρα θα είναι, μια μικρή κατοχή του αντίχριστου σατανά.



Θα φαει μετά μια σφαλιάρα από τον Χριστό, θα συγκλονισθούν όλα τα έθνη και θα έρθει η γαλήνη στον κόσμο για πολλά χρόνια. Αυτήν την φορά θα δώση ο Χριστός μια ευκαιρία, για να σωθή το πλάσμα Του, θα αφήση το πλάσμα του ο Χριστός; Θα παρουσιασθή στο αδιέξοδο των ανθρώπων, για να τους σώση από τα χέρια του Αντίχριστου. Θα επιστρέψουν στο Χριστό και θα έρθη μια πνευματική γαλήνη σε όλην την οικουμένη για πολλά χρόνια.

Μερικοί συνδυάζουν με αυτήν την επέμβαση του Χριστού την Δευτέρα Παρουσία. Εγώ δεν μπορώ να το πω. Ο λογισμός μου λεει ότι δεν θα είναι η Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, όταν έρθει ως Κριτής, αλλά μια επέμβαση του Χριστού, γιατί είναι τόσα γεγονότα που δεν έχουν γίνει ακόμη. Θα επέμβη ο Χριστός, θα δώση μια σφαλιάρα σε όλο αυτό το σύστημα, θα πατάξη όλο το κακό και θα το βγάλη σε καλό τελικά.

Θα γεμίσουν οι δρόμοι προσκυνητάρια. Εξω τα λεωφορεία θα έχουν εικόνες. Θα πιστέψουν όλοι οι άνθρωποι. Θα σε τραβάν, για να τους πεις για το Χριστό! Ετσι θα κηρυχθή το Ευαγγέλιο σε ολόκληρη την οικουμένη και τότε ο Χριστός θα έρθη ως Κριτής να κρίνη τον κόσμο.

Αλλο Κρίση, άλλο μια επέμβαση του Χριστού, για να βοηθήση το πλάσμα Του.

Γέροντος Παΐσίου Αγιορείτου
ΛΟΓΟΙ Β’
ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΗΣΗ

Read Full Post »

40111.jpg

 

Ο άρρωστος Εζεκίας ούτε όρθιος ούτε γονατιστός, αλλά πεσμένος στο κρεβάτι παρακάλεσε για τη θεραπεία του το Θεό, που με τον προφήτη Ησαΐα του είχε προαναγγείλει το θάνατό του.

Και κατόρθωσε με την καθαρότητα και τη θερμότητα της καρδιάς του να μεταβάλει τη θεϊκή απόφαση.

Ο ληστής, πάλι, καρφωμένος πάνω στο σταυρό, με λίγα λόγια κέρδισε τη βασιλεία των ουρανών.

Και ο Ιερεμίας μέσα στο λάκκο με τη λάσπη  και ο Δανιήλ μέσα στο λάκκο με τα θηρία και ο Ιωνάς μέσα στην κοιλιά του κήτους, όταν προσευχήθηκαν θερμά, απομάκρυναν τις συμφορές, που τους είχαν βρει, και βοηθήθηκαν από το Θεό.

«Και τί θα λέω, όταν προσεύχομαι;», θα με ρωτήσεις.

Θα λες ό,τι και η Χαναναία του Ευαγγελίου. «Ελέησέ με, Κύριε!», παρακαλούσε εκείνη. «Η θυγατέρα μου βασανίζεται από δαιμόνιο». «Ελέησέ με, Κύριε!», θα παρακαλάς κι εσύ. «Η ψυχή μου βασανίζεται από δαιμόνιο».

Γιατί η αμαρτία είναι μεγάλος δαίμονας. Ο δαιμονισμένος ελεείται, ενώ ο αμαρτωλός αποδοκιμάζεται.

«Ελέησέ με!». Μικρή είναι η φράση. Και όμως, γίνεται πέλαγος φιλανθρωπίας, καθώς, όπου υπάρχει έλεος, εκεί υπάρχουν όλα τα αγαθά

 

 

Read Full Post »

dionysiou 15.jpg
Θ’ αρχίσουμε από τον λόγο των φιλοσόφων, την ανάγκη της στήριξης της ανθρώπινης σοφίας.

Την σοφία του Θεού την είχαν εντοπίσει από πολύ νωρίς οι Έλληνες φιλόσοφοι.
O Πυθαγόρας έλεγε, ακολούθησε τον Θεό στη ζωή και στην σκέψη, γιατί σοφός είναι μόνο ο Θεός και ο άνθρωπος που είναι φίλος του Θεού ονομάζεται φιλόσοφος. Ο Δημόκριτος λέει ότι, «ο σοφότερος άνθρωπος μπροστά στον Θεό φαίνεται πίθηκος, αν συγκριθεί στην σοφία, στην γνώση στο κάλλος κ.λπ.
Γι’ αυτό χρειάζεται επαφή, σχέση και επικοινωνία με τον παγκόσμιο λόγο. Η ευδαιμονία είναι θεϊκή δεν βρίσκεται ούτε στα γήινα αγαθά, ούτε στο χρυσάφι, αλλά στο θείο που κατοικεί η ψυχή.
Γι’ αυτό, κάθε καλός διαλογισμός είναι αποτέλεσμα του θείου νου που κατοικεί μέσα στον άνθρωπο.
Ο Πυθαγόρειος λόγος λέει ότι ο λόγος είναι «θεωρητικός της των όλων κτίσεως» δηλαδή ο λόγος, μας κάνει να βλέπουμε την φύση στο σύνολό της και γι’ αυτό έχει συγγένεια με την φύση ο λόγος, γιατί μέσα της έχει λογική η φύση. Ποτέ δεν πρέπει να λέμε ότι είμαστε μόνοι μας, γιατί μέσα μας είναι ο Θεός.
Πολλοί φιλόσοφοι αναφέρονται στον λόγο, Πλάτων, Αριστοτέλης, Ηράκλειτος κ.λπ.
Το ότι ο λόγος είναι το αληθινό φως της γνώσεως για τον άνθρωπο, είναι φιλοσοφική αρχή που διδάχθηκε και βιώθηκε στα μυστηριακά κέντρα της αρχαίας Ελλάδας και από εκεί πέρασε στην φιλοσοφική σκέψη. Ο Ηράκλειτος πρώτος εντοπίζει σε φιλοσοφικό επίπεδο ότι ο άνθρωπος είναι ένα κομμάτι του καθολικού λόγου.
Αν δεν έχει σωστή σχέση και αρμονία με τον παγκόσμιο λόγο, γίνεται ο άνθρωπος ανόητος, μωρός και κουφός και τυφλός. Τα μάτια και τ’ αυτιά τους, τους δίνουν κακές πληροφορίες. Γι’ αυτό χρειάζεται σχέση, επαφή και επικοινωνία με τον παγκόσμιο λόγο. Όσοι δεν ακολουθούν τον λόγο βρίσκονται σε βάρβαρη κατάσταση.
Τα σύνορα της υπάρξεως δεν έχουν τέλος, λέει ο Ηράκλειτος, γιατί έχουν βαθύ λόγο δηλαδή δύσκολα μπορεί κανείς να μπει στην λογική της υπάρξεώς μας. Ο τόπος που διαμένει ο άνθρωπος είναι ο Θεός, εκεί ταιριάζει να ζει και να κατοικεί ο άνθρωπος, επομένως και η ζωή του δεν πρέπει να είναι η κοντόφθαλμη βιολογική ζωή, αλλά να επεκτείνεται μαζί με τον θείο λόγο στο άπειρο.
Ο κοινός λόγος στον Ηράκλειτο είναι λόγος επικοινωνίας, όταν επικοινωνούμε σωστά με τους άλλους βρισκόμαστε στην αλήθεια, όταν όμως προβάλλουμε τον δικό μας λόγο τότε βρισκόμαστε στο ψεύδος και στην πλάνη. Και ενώ ο λόγος είναι κοινός, οι περισσότεροι άνθρωποι ζουν σαν να έχουν δικό τους μέτρο λόγου, δική τους φρόνηση.
Γι’ αυτό και οι άνθρωποι μ’ αυτό το δικό τους μέτρο λόγου, γίνονται ασύνετοι. Ο λόγος αυτός είναι και το κριτήριο της αλήθειας. Ο Ζήνων και οι άλλοι στωικοί έλεγαν ότι ο άνθρωπος έχει λόγο, αλλά ο σοφός έχει τέτοια λογική που έχει ο Δίας.
Χρειαζόμαστε πολύ λογισμό και ο άνθρωπος κινείται μέσα στον λογισμό. Εάν υπάρχει στον άνθρωπο λογισμός υπάρχει και θείος λόγος. Ο λόγος του ανθρώπου φύτρωσε από τον θεϊκό λόγο.
Ο Πλάτων λέει ότι ο λόγος είναι αιτία να συλλογιζόμαστε. Επίσης εκθέτει μία κλίμακα γνωστικών δυνάμεων, δηλαδή δυνάμεις με τις οποίες ο άνθρωπος μαθαίνει. Η πρώτη δύναμη είναι η αίσθηση, κατόπιν είναι η γνώμη, κατόπιν είναι η ορθή γνώμη μετά λόγου. Ο λόγος βιώνεται υποτονικά στον πρωτόγονο οικισμό, αλλά αρχίζει να λειτουργεί καθαρά στην πόλη. Ο Πλάτωνας λέει ότι ο θεός Δίας φοβήθηκε καθώς οι άνθρωποι έφτιαξαν πόλεις, ότι δεν θα τα κατάφερναν, ότι θα είχαν άσχημες σχέσεις μεταξύ τους και γι’ αυτό έστειλε την Αιδώ και την Δίκη για να τους επιβάλλει νόμους. Αιδώς είναι η αποφυγή από κάθε αισχρό, η ευλάβεια και ο σεβασμός, όχι αυτό που λέμε εμείς η ντροπή. Και η Δίκη είναι η τάξη της πολιτικής κοινωνίας.
Να συνάγονται δηλαδή οι άνθρωποι με σχέσεις αγάπης και φιλίας μεταξύ τους.
Οι πόλεις κατά τον Πλάτωνα πρέπει να γίνει κόσμος, ν’ αντιγράψει την κοσμική τάξη, την τάξη του σύμπαντος. Ο Ηράκλειτος θεωρεί σπουδαίο για την τήρηση της τάξεως να τηρούνται οι νόμοι αυτοί.
08-athos3.gif
 Οι πολίτες της πόλεως πρέπει να μάχονται για να τηρούνται οι νόμοι, όπως μάχονται στις επάλξεις των τειχών εναντίον των βαρβάρων. Συμπερασματικά η ατομικότητα δεν είναι κάτι κακό ούτε προκαλεί το κακό, αλλά προκύπτει μία δυσαρμονία μέσα στην ζωή της πόλεως καθώς δεν συμβάλλει στον παγκόσμιο λόγο. Η κοσμική όμως τάξη που προβάλλει ο Πλάτωνας για την ζωή του ανθρώπου και της πόλεως, είναι η τάξη του σύμπαντος.
Όμως η τάξη που επικρατεί στο σύμπαν δεν είναι ελεύθερη, είναι αναγκαστική. Νόμοι απαράβατοι της φύσεως αναγκάζουν την γη, τ’ άστρα κ.λπ. να κινούνται έτσι επί σειρά αιώνων.
Ο άνθρωπος όμως δεν μπορεί να έχει τέτοιο πρότυπο, γιατί είναι ελεύθερος. Γι’ αυτό έρχεται η διόρθωση από τον Θεό Λόγο. Στην θρησκευτική αποκάλυψη ο Θεός Λόγος γίνεται πρόσωπο Θεανθρώπινο, ελεύθερο και πραγματώνει κόσμο και λόγο σ’ ανθρώπινα μέτρα.     Η Χριστιανική αποκάλυψη προχωρεί ακόμη περισσότερο, για το δίκαιο δεν υπάρχει νόμος.
Όχι ότι περιφρονεί τον νόμο, αλλά κινείται μέσα στα όρια της αγαπητικής κοινωνίας.
Όπου υπάρχει αγαπητική κοινωνία δεν χρειάζεται νόμος. Γι’ αυτό και ο Άγιος Μάξιμος έλεγε ότι η εξουσία δεν ήταν απ’ αρχής στον άνθρωπο, δόθηκε κατά παραχώρηση μετά την πτώση.
Μετά την πτώση η άνευ αρχής κοινωνία, η αναρχία, είναι ανέφικτη και πολύ επώδυνη. Ενώ η φύση ήταν ομότιμη, όλοι οι άνθρωποι είχαν την ίδια τιμή, ξαφνικά παραχωρήθηκε η εξουσία του άρχειν και άρχεσθαι. Άρχοντες και αρχόμενοι, για να μην αλληλοτρώγονται μεταξύ τους οι άνθρωποι και να υπάρχει κάποιος να επιστατεί. Στην ανθρώπινη σκέψη ούτε ο κοινός λόγος, ούτε η τάξη του σύμπαντος θα μπορούσαν  να ρυθμίσουν την ζωή του ανθρώπου που είναι ελεύθερος.
Γιατί ο κοινός και θείος λόγος δεν θα μπορούσε να ρυθμίσει την ζωή του; Ωφελούσε πάρα πολύ η διδασκαλία και συνέτεινε πολύ στο να καλυτερεύσει η σχέση των πολιτών μέσα στην πόλη, αλλά δεν ήταν εκείνο που μας έδειξε ο Θεάνθρωπος.
Όταν ο Ηράκλειτος λέει «ο κοινός και θεός λόγος» ποιος μπορεί να προσδιορίσει ποιος είναι αυτός ο κοινός και θείος λόγος. Κανείς δεν μπορούσε να πάρει την ευθύνη πάνω σ’ αυτό.
Στην Χριστιανική αποκάλυψη όμως ο τρόπος ζωής, η ζωή, η αλήθεια και ο λόγος ταυτίζονται.
Ο Χριστός είπε «Εγώ ειμί η οδός, η αλήθεια και η ζωή». Και ο Λόγος έγινε σάρκα για να μας δείξει μέσα από έναν συγκεκριμένο άνθρωπο την θεϊκή ζωή κατά το ανθρώπινο μέτρο.
Έτσι η φιλοσοφία εδώ δεν είναι απλώς φιλία σοφίας, αλλά γίνεται πρόσωπο από φιλοσοφία γίνεται Θεοσοφία.  Γι’ αυτό και ο απόστολος Παύλος λέει, «Εμείς κυρήσσομεν Χριστόν εσταυρωμένον, Θεού δύναμιν και Θεού σοφία». Υπάρχει μεγάλη διαφορά.
Βέβαια οι Έλληνες φιλόσοφοι έφθασαν σε μεγάλο ύψος, αλλά δεν θα μπορούσαν ποτέ να φθάσουν στην προσωποποίηση της σοφίας, ότι έγινε συγκεκριμένο πρόσωπο. Αυτή η έλλειψη στην αρχαία Ελληνική φιλοσοφία εκφράστηκε με μία τολμηρή πράξη του Διογένη που άναψε το φανάρι καταμεσήμερο και έψαχνε στους δρόμους να βρει έναν άνθρωπο, που να βαδίζει σύμφωνα με τα ανθρώπινα μέτρα και λογική. Αυτό σημαίνει ότι ούτε το φυσικό φως ούτε το φως του φαναριού του Διογένη μπορούν να δώσουν στον άνθρωπο τον ρυθμό της ζωής που τους ταιριάζει, και είναι στα ανθρώπινα μέτρα. Γι’ αυτό όταν λάμψει μέσα μας ο ήλιος της δικαιοσύνης, τότε τα αδύναμα φώτα του λογισμού μας σβύνουν, δεν πλανιόμαστε στο σκοτάδι ή στο ημίφως των δικών μας σκέψεων, αλλά θα έχουμε το φως της ζωής, όπως είπε ο Χριστός.
«Εγώ ειμί το Φως του κόσμου, ο ακολουθών εμοί ου περιπατήσει εν τη σκοτία, αλλ΄ έξει το Φως της ζωής.». Αντίθετα αν αποστατήσουμε απ’ αυτό το Φως, όπως λέει ο Γρηγόριος ο Παλαμάς, εκείνος που θα φύγει από το να βλέπει αυτό το φως, ο νους του γίνεται κτηνώδης ή δαιμονιώδης.
Η επιστήμη στην πατερική σκέψη, ο λόγος περί επιστήμης, είναι ρευστός.
Ο ΄Αγιος Ιωάννης Δαμασκηνός, αναφέρει όλες τις απόψεις περί της κινήσεως της γης, στέκεται στην λογική πορεία της, στην θεωρία ότι ίσταται πάνω στα νερά, και πάνω σε κάποιο στήριγμα.
Αναφέρει και την καταπληκτική για την εποχή του Ιώβ άποψη «ο εδράσας την γην          επ’ ουδενός» ότι ο Θεός στήριξε την γη στο τίποτε.
Και λέει ότι ή το ένα συμβαίνει ή το άλλο «τα πάντα συνέρχονται και συγκρατούνται τη δυνάμει του κτίσαντος». Όλα συγκρατούνται με την δύναμη του Δημιουργού και Θεού μας.
Στην Παλαιά Διαθήκη είναι ο λόγος που μιλάει στους προφήτες. Ο λόγος αυτός που έγινε σάρκα, ήρθε να μας πει ότι «ο τον λόγον μου ακούων και πιστεύων των πέμψαντί με έχει ζωήν αιώνιον».
5t6.jpg
Γι’ αυτό και ο Ωριγένης, μας λέει ότι ο λόγος έγινε σάρκα, αισθήματα και αίμα για να μας δείξει και να κατανοήσουμε ότι είναι ένας από εμάς και να πάρουμε την λογική πορεία του.
Ο Κ. Αξελός έλεγε ότι η εισήγηση για το ποια σκέψη θα δεχθούμε είναι μεγάλη, πως να ενεργήσουμε και πως να δράσουμε σ’ έναν κόσμο που κανένα πρόσωπο δεν προσφέρεται για παράδειγμα.
Δυστυχώς δεν ήξερε ότι το πρότυπο και το παράδειγμα είναι ο Θεός Λόγος που έγινε σάρκα.
Οι Άγιοι έγραψαν αυτόν τον λόγο σε καρδιές σάρκινες, όχι απλώς στα χαρτιά και στο μυαλό.
Κάθε πιστός, λέει ο απόστολος Παύλος, είναι ζωντανή επιστολή Χριστού. Μεταφέρει τον λόγο του Θεού με την συμπεριφορά του. Γι’ αυτό έδιναν περισσότερη σημασία στο να συλλέξουν προφορικές παραδόσεις, παρά να βρουν σε διάφορα βιβλία πληροφορίες για τους Αποστόλους. Διότι διαφέρει πολύ ο λόγος που γίνεται με ζώσα και παραμένουσα φωνή, από τον λόγο που γίνεται με γραπτές διηγήσεις.
Οι Άγιοι είναι το ζωντανό σώμα του Χριστού και η Θεολογία. Η Αγία Γραφή χωρίς τους αγίους είναι ένα χέρι ή ένα πόδι κομμένο, για να μελετηθεί σε κάποια εργαστήρια. Είναι σαν από ένα χέρι ή ένα πόδι να προσπαθώ να καταλάβω πως λειτουργεί ο οργανισμός του ανθρώπου.
Όπου ο λόγος του Θεού γίνεται αποδεκτός, καθαρίζει. Λέει ο Κύριος «υμείς καθαροί εστέ δια τον λόγον ον λελάληκα υμίν» είσαστε καθαροί εξ αιτίας του λόγου που σας έχω διδάξει. «Αλλ΄ ουχί πάντες».
Αυτό το είπε κατά την διάρκεια του Μυστικού Δείπνου και ο Ιούδας τον οποίο υπαινίσσεται, έμεινε έξω από την θεϊκή μεταστοιχείωση, διότι δεν άκουσε τον θεϊκό λόγο αλλά βρήκε τον δικό του λόγο, την δική του λογική και πάει να προδώσει τον Δάσκαλό του          παρ’ όλες τις προσπάθειες που κάνει ο Χριστός για να τον αποτρέψει.
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο ιεροκήρυκας να μοιάζει με την Παναγία, διότι κυοφορεί μέσα του τον λόγο του Θεού και θα πρέπει όσο μπορεί να τον παρουσιάζει ζωντανό στους ακροατές του.
Ο Χριστός λέει ότι μητέρα μου και αδελφοί μου είναι όσοι ακούνε τον λόγο του Θεού και τον εκτελούν.
Επομένως όσοι ακούνε τον λόγο είναι μητέρα και ο καθένας κυοφορεί μέσα του τον θεϊκό λόγο.
Γίνεται μία γέννηση και στην γέννηση δεν έχουμε παρά πόνους και οδύνες. Ο Παύλος είχε πει «Είμαι έγκυος με σας διότι τον λόγο που κυοφορώ μοιάζει σαν γέννηση». Ο Ησαϊας λέει ότι ο άνθρωπος για να γίνει πράγματι άνθρωπος του Θεού, πρέπει να περάσει αυτές τις οδύνες του τοκετού.
‘Ετσι όταν δεν γίνει αποδεκτός ο θεϊκός λόγος και επικρατεί ο ατομικός λόγος, αναπόφευκτα έρχεται η σύγκρουση «Υπερηφάνοις αντιτάσσεται, Κύριος, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν».
Αυτοί που λένε κάτι άλλα εκτός της αλήθειας, μοιάζουν με αυτούς που προσπαθούν να βαδίσουν χωρίς να έχουν βάση στα πόδια τους. Το περπάτημα στο κενό σημαίνει πτώση και συντριβή.
Ο λόγος από την φύση του εξ αρχής της δημιουργίας δεν πέφτει στο κενό, δημιουργεί τα όντα δηλαδή εκείνα που υπάρχουν. «Και είπεν Θεός γεννηθήτω φως και εγένετο φως…..».
Ο λόγος δεν επιλέγεται από την φύση, ο άνθρωπος όμως σαν ελεύθερη προσωπικότητα επιλέγει τους λόγους τους. Γι’ αυτό καμιά φορά προσπαθεί να βαδίσει και στο κενό χωρίς βάση και αυτό σημαίνει πτώση και συντριβή.
Πολλές φορές συντρίβεται ο άνθρωπος και αν καταλάβει αυτήν την συντριβή, σαν τον άσωτο υιό αναγνωρίζει την ταυτότητά του, ότι είναι παιδί του Θεού το πλέγμα των σχέσεων με τον Θεό – Πατέρα και τότε ξαναγυρίζει στο πατρικό σπίτι.
Τελικά ο πολιτισμένος άνθρωπος σήμερα αγνόησε τους θεϊκούς λόγους. Την φύση την βλέπει σαν ποσότητα μόνο, να την κατακτήσει ν’ αρπάζει από αυτήν ό,τι μπορεί, και όχι σαν ποιότητα.
Όταν επικρατεί ο θεϊκός λόγος, τα όντα παίρνουν τις αληθινές τους διαστάσεις.
Ας δούμε την Μεταμόρφωση όπου επικρατεί ο Θεός Λόγος. Τα πάντα λάμπουν με την αιώνιο δόξα, οι θεϊκές διαστάσεις εμφανίζονται στο πρόσωπο του Χριστού στα ενδύματά του και σ’ όλον τον περίγυρο.
Η αθανασία είναι παρούσα διότι εμφανίζονται άνθρωποι που είχαν πεθάνει πριν από αιώνες όπως ο Μωϋσής και ο Ηλίας και συζητούν με τον Χριστό.
Η αθανασία και η δόξα μετουσιώνονται στις ανθρώπινες διαστάσεις και βασιλεύουν πάνω στο Θαβώρ.
Όταν επικρατεί ο ατομικός λόγος τότε θα δούμε αυτό που έγινε στην Σταύρωση. «Συμφέρει ένα απολέσαι υπέρ του λαού» «αν είσαι υιός του Θεού κατέβα από τον Σταυρό» «άλλους έσωσε τον εαυτό του δεν μπορεί να τον σώση». Αυτής είναι η ανθρώπινη λογική. Και το πρόσωπό Του αντί να δοξάζεται δεν έχει είδος ούτε κάλλος, αλλά είναι άτιμο και τα ενδύματά του αντί να δοξαστούν, σκορπίζονται και παίζονται στα ζάρια. Δαιμονιώδης φονική συμπεριφορά επικρατεί, ταραχή και βαρβαρότητα.
grigoriou154.jpg
Κάποιοι σταυρικοί λόγοι σε κάποια επίκληση του ληστή, μπορούν να επισημάνουν την αιώνια επικράτηση του Χριστού του Λόγου του Θεού και της δόξας Του.
Τελικά δεν θα υπάρχουν άλλοι άρχοντες πια, θα είναι ένας μόνο και ο λόγος θα είναι δοξαστικός «εισελεύσεται ο βασιλεύς της δόξης» για όλη την δημιουργία. Τα πρόσωπα των πιστών θα πάρουν από αυτήν την δόξα και θα γίνουν καθρέφτες όπου στα μέτωπά τους θα καθρεφτίζεται, όπως λέει ο Ιωάννης στην Αποκάλυψη, το πρόσωπο του Θεού και το όνομα του Θεού στα μέτωπά τους. Η ουράνια πόλη θα είναι αληθινός κόσμος – στολίδι του Θεού.
Εκεί θα επικρατεί ελευθερία, η παραμονή στον θεϊκό λόγο από αυτήν την ζωή είναι ελευθερία.
Η αλήθεια όταν γίνεται ένα πρόσωπο συγκεκριμένο είναι ο Χριστός, και όχι  μία γνώση άπρακτη, όπως λέει ο Άγιος Μάξιμος. Δεν είναι γνώση που δεν πραγματοποιείται όσα κήρυξε και έζησε ο Χριστός, αλλά στην πράξη εφαρμόζονται. Γι’ αυτό ο Χριστός είπε «Γνώσεσθαι την αλήθεια και η αλήθεια ελευθερώνει υμάς».
Επειδή δεν κατάλαβαν τις τους έλεγε, αυτοί είπαν εμείς είμαστε απόγονοι του Αβραάμ και δεν γίναμε σκλάβοι ποτέ. Ενώ ήταν σκλάβοι στους Ρωμαίους και είχαν περάσει κι’ άλλες σκλαβιές. Είπαν επίσης ότι εμείς ποτέ δεν κλέψαμε, ούτε γίναμε πόρνοι.
Τότε τους είπε ο Χριστός «εάν ο Υιός υμάς ελευθερώση, όντως ελεύθεροι έστε».
Η ελευθερία είναι στον Θεό-Λόγο και ο άνθρωπος προσπαθεί να πετάξει από πάνω του τον Θεό-Λόγο και να γίνει αυτόνομος. Γιατί, λέει, εγώ δεν έχω σκέψη;
Και αυτό οφείλεται σε κάποιους φιλοσόφους της δυτικής κουλτούρας. Όταν διάβασαν την κριτική του πρακτικού λόγου του Γκάντι, είπαν ότι αυτή είναι κριτική του ξεπεσμένου ανθρώπινου λόγου.
Ο Γκάντι λέει ότι τίποτε, δεν υπάρχει γνώση και επίγνωση. Χρησιμοποίησε την λογική σου, εάν δεν μπορείς να χρησιμοποιήσεις την λογική σου είσαι άξιος της μοίρας σου. Δηλαδή εκείνος που δεν μπορεί να σκεφθεί το λογικό και το σωστό είναι άξιος της μοίρας του.
Εδώ θεοποιείται ο ανθρώπινος λόγος, στον Διαφωτισμό, αργότερα στον Γκάντι. Ενώ το Θεανθρώπινο πρόσωπο είναι η αληθινή ελευθερία, ο αληθινός λόγος. «Γνώσεσθαι την αλήθεια και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς».
Ο άνθρωπος ζητάει την αυτονομία, να μην ορίζει άλλος νόμο. Να σκέφτεται μόνος του χωρίς να είναι άλλος στο κεφάλι του. Όμως ο Θεός ανταποκρίθηκε σ’ αυτήν την φαινομενικά παράλογη απαίτηση του ανθρώπου. Ένας άνθρωπος ο οποίος είναι και Θεός ταυτόχρονα ήρθε να βάλει λόγο και νόμο σε ανθρώπινα μέτρα. Έτσι από έναν άνθρωπο, τον Χριστό που είναι και Θεός, έγινε αυτόνομος.
Αυτονομία κατά τον Θεό λόγο που έγινε άνθρωπος και όχι αυτονομία κατά τον ανθρώπινο λόγο που γίνεται κτηνώδης ή δαιμονιώδης.
Ο Σβάϊτσερ λέει ότι η θανάσιμη αρρώστια που φθείρει τα θεμέλια του δυτικού πολιτισμού είναι η αποξένωση του λόγου από την φυσική και κοσμική ενότητα. Μας φαίνεται ότι είναι ικανοποιητικό και όμως δεν είναι. Μιλάει σαν τους αρχαίους φιλοσόφους και δεν κάνει καθόλου λόγο για τον Θεό Λόγο. Έπρεπε αφού ήταν Χριστιανός να καταλάβει ότι η αποξένωση γίνεται όχι από την φυσική και κοσμική ενότητα, αλλά από τον θεϊκό λόγο, τον Λόγο του Θεού που έγινε άνθρωπος για να μας δείξει την ζωή του ανθρώπου στα θεϊκά μέτρα.
Όταν φθάσουμε εκεί, τότε η ελευθερία του ανθρώπου και η ζωή πάνε μαζί.
Ο Χριστός δεν χρησιμοποίησε πουθενά την βία. Στον ναό δεν χτύπησε ανθρώπους με το μαστίγιο, αλλά τα ζώα γιατί ήταν το σπίτι του.
Κανείς δεν θέλει ζώα στο σπίτι του, ούτε να γίνει παζάρι το σπίτι του.
Όχι μόνο δεν χρησιμοποίησε βία, αλλά είπε «Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν». Ήταν τόσο διακριτικός και στους ίδιους τους μαθητές του, όχι μόνο σ’ αυτούς που δεν τον πίστευαν και είπε σ’ αυτούς, πήγαιναν στους Εμαούς ότι αυτός θα πήγαινε πιο μακριά από εκεί που θα έμεναν αυτοί.
Αυτοί όμως ήθελαν να μείνει μαζί τους και τον κράτησαν με την βία. Μία τέτοια βία χρειάζεται για να κάνουμε κτήμα μας, οδηγό μας τον Θεό-Λόγο.
Διότι η βασιλεία του Θεού βιάζεται και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν.

http://www.gonia.gr/

Read Full Post »

9425_1055343722654_1797672678_116337_5837309_n.jpg

Η προσευχή είναι μεγάλο αγαθό, αν γίνεται και με λογισμό αγαθό· αν ευχαριστούμε το Θεό όχι μόνο όταν μας δίνει, αλλά και όταν δεν μας δίνει ό,τι Του ζητάμε, αφού και τα δύο τα κάνει για την ωφέλειά μας. Έτσι, και όταν δεν παίρνουμε, ουσιαστικά παίρνουμε με το να μην πάρουμε ό,τι δεν μας συμφέρει. Υπάρχουν, βλέπετε, περιπτώσεις που η μη ικανοποίηση του αιτήματός μας είναι πιο ωφέλιμη. Και τότε ό,τι θεωρούμε σαν αποτυχία είναι επιτυχία.

Ας μη στεναχωριόμαστε, λοιπόν, όταν ο Θεός αργεί να εισακούσει την προσευχή μας. Ας μη χάνουμε την υπομονή μας. Μήπως και πριν ζητήσουμε κάτι, δεν μπορεί να μας το δώσει ο Πανάγαθος; Μπορεί, φυσικά, αλλά περιμένει από μας κάποιαν αφορμή, ώστε να μας βοηθήσει δίκαια. Γι’ αυτό ας Του δίνουμε την αφορμή με την προσευχή και ας περιμένουμε με πίστη, με ελπίδα, με εμπιστοσύνη στην πανσοφία και στη φιλανθρωπία Του. Μας έδωσε ό,τι ζητήσαμε; Ας Τον ευχαριστούμε. Δεν μας έδωσε; Και πάλι ας Τον ευχαριστούμε, γιατί δεν γνωρίζουμε, όπως γνωρίζει Εκείνος, τι είναι καλό για μας.

Ας έχουμε ακόμα υπόψη μας, πως ο Θεός συχνά δεν αρνείται, αλλά μόνο αναβάλλει την ικανοποίηση κάποιου αιτήματός μας. Και γιατί αναβάλλει; Επειδή, χρησιμοποιώντας ως μέσο τη δική μας επιμονή στο αίτημα, θέλει να μας ελκύσει και να μας κρατήσει κοντά Του. Κι ένας φιλόστοργος πατέρας, άλλωστε, όταν του ζητάει κάτι το παιδί του, πολλές φορές αρνείται να του το δώσει, όχι γιατί δεν θέλει, αλλά γιατί μ’ αυτόν τον τρόπο το παιδί μένει κοντά του.

Με δυο λόγια, η αποτελεσματικότητα της προσευχής μας εξαρτάται:

πρώτον, από το αν είμαστε άξιοι να λάβουμε ό,τι ζητάμε· δεύτερον, από το αν προσευχόμαστε σύμφωνα με το θέλημα του Θεού· τρίτον, από το αν προσευχόμαστε αδιάλειπτα· τέταρτον, από το αν για όλα καταφεύγουμε στο Θεό· πέμπτον, από το αν ζητάμε εκείνα που είναι ωφέλιμα σ’ εμάς.

8525_1182417613777_1628312489_442587_6853213_n.jpg

Και δίκαιοι ακόμα να παρακαλέσουν τον Κύριο, δεν θα εισακουστούν, αν δεν πρέπει. Ποιός ήταν δικαιότερος από τον Παύλο; Και όμως, επειδή ζήτησε κάτι που δεν θα τον ωφελούσε, δεν εισακούστηκε. «Τρεις φορές παρακάλεσα γι’ αυτό τον Κύριο», γράφει ο ίδιος, «και η απάντησή Του ήταν: «Σου αρκεί η χάρη μου»» (Β’ Κορ. 12:8-9). Αλλά και ο Μωυσής δεν ήταν δίκαιος; Ε, ούτε κι εκείνος εισακούστηκε. «Φτάνει πια!», του είπε ο Θεός (Δευτ. 3:26), όταν ζητούσε να μπει στη γη της επαγγελίας.

Πέρα απ’ αυτά, όμως, υπάρχει και κάτι άλλο που αχρηστεύει την προσευχή μας, και αυτό είναι η αμετανοησία. Προσευχόμαστε, ενώ επιμένουμε στην αμαρτία. Έτσι έκαναν οι Ιουδαίοι, γι’ αυτό ο Θεός είπε στον προφήτη Ιερεμία: «Μην προσεύχεσαι για το λαό αυτό! Δεν βλέπεις τι κάνουν;» (Ιερ. 7:16-17). Δεν απομακρύνθηκαν, λέει, από την ασέβεια. Κι εσύ με παρακαλάς γι’ αυτούς; Δεν σ’ ακούω!

Όταν, πάλι, ζητάμε κάτι κακό εναντίον των έχθρων μας, όχι μόνο δεν το πραγματοποιεί ο Θεός, αλλά και παροργίζεται. Γιατί η προσευχή είναι φάρμακο. Κι αν δεν γνωρίζουμε πως πρέπει να χρησιμοποιήσουμε ένα φάρμακο, δεν θα ωφεληθούμε ποτέ από τη δύναμή του.

Πόσο μεγάλο καλό είναι η συνεχής προσευχή, το μαθαίνουμε από τη Χαναναία εκείνη του Ευαγγελίου, που δεν σταματούσε να κραυγάζει: «Ελέησέ με, Κύριε!» (Ματθ. 15:22). Κι έτσι, αυτό που αρνήθηκε ο Χριστός στους αποστόλους, τους μαθητές Του, το πέ­τυχε εκείνη με την υπομονή της. Ο Θεός, βλέπετε, προτιμά για τα δικά μας ζητήματα να Τον παρακαλούμε εμείς οι ίδιοι, που είμαστε και υπεύθυνοι, παρά να Τον παρακαλούν άλλοι για λογαριασμό μας.

Όταν έχουμε την ανάγκη ανθρώπων, χρειάζεται και χρήματα να δαπανήσουμε και δουλόπρεπα να κολακέψουμε και πολύ να τρέξουμε. Γιατί οι άρχοντες του κόσμου τούτου όχι μόνο δεν μας δίνουν εύκολα ό,τι τους ζητάμε, αλλά συνήθως ούτε καν να μας μιλήσουν δεν καταδέχονται. Πρέπει πρώτα να πλησιάσουμε τους ανθρώπους που είναι κοντά τους -υπηρέτες, γραμματείς, υπαλλήλους κ.ά.- και να τους καλοπιάσουμε, να τους εκλιπαρήσουμε, να τους προσφέρουμε δώρα. Έτσι θα εξασφαλίσουμε τη μεσολάβησή τους στους αρμόδιους αξιωματούχους, για το διακανονισμό της όποιας υποθέσεώς μας.

Ο Θεός, απεναντίας, δεν θέλει μεσολαβητές. Δεν χρειάζεται να Τον παρακαλούν άλλοι για μας. Προτιμά να Τον παρακαλάμε εμείς οι ίδιοι. Μας χρωστάει χάρη, μάλιστα, όταν του ζητάμε ό,τι έχουμε ανάγκη. Μόνο Αυτός χρωστάει χάρη όταν Του ζητάμε, μόνο Αυτός δίνει εκείνα που δεν Του δανείσαμε. Κι αν δει ότι επιμένουμε στην προσευχή με πίστη και καρτερία, πληρώνει δίχως να απαιτεί ανταλλάγματα. Αν, όμως, δει ότι προσευχόμαστε με νωθρότητα, αναβάλλει την πληρωμή· όχι γιατί μας περιφρονεί ή μας αποστρέφεται, αλλά γιατί, όπως είπα, με την αναβολή αυτή μας κρατάει κοντά Του.

11040_1153833734398_1484328068_343397_1336170_n.jpg

Αν, λοιπόν, εισακούστηκες, ευχαρίστησε το Θεό. Αν δεν εισακούστηκες, μείνε κοντά Του, για να εισακουστείς. Αν, πάλι, Τον έχεις πικράνει με τις αμαρτίες σου, μην απελπίζεσαι. Όταν πικράνεις έναν άνθρωπο, αλλά στη συνέχεια παρουσιάζεσαι μπροστά του και το πρωί και το μεσημέρι και το βράδυ, ζητώντας ταπεινά συγχώρηση, δεν θα κερδίσεις τη συμπάθειά του; Πολύ περισσότερο θα κερδίσεις τη συμπάθεια του ανεξίκακου Θεού, αν και το πρωί και το μεσημέρι και το βράδυ και κάθε ώρα επικαλείσαι την ευσπλαχνία Του με την προσευχή.

Ας τ’ ακούσουν όλα αυτά όσοι προσεύχονται με ραθυμία και βαρυγκωμούν, όταν ο Κύριος αργεί να ικανοποιήσει το αίτημά τους. Τους λέω: «Παρακάλεσε το Θεό!». Και μου απαντούν: «Τον παρακάλεσα μια, δυο, τρεις, δέκα, είκοσι φορές, μα δεν έλαβα τίποτα». Μη σταματήσεις, ώσπου να λάβεις. Σταμάτησε, όταν λάβεις. Ή μάλλον, ούτε και τότε να σταματήσεις την προσευχή. Πριν λάβεις, να ζητάς. Και αφού λάβεις, να ευχαριστείς.

 

 

Read Full Post »

Older Posts »